Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Κυρίως ιδιοκτήτες, ελάχιστα δημότες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Η σχέση μας με τον δημόσιο χώρο δεν χρειαζόταν την κρίση για να εκδηλώσει τη διαταραχή της. Ετσι, η -ας πούμε- έκφραση δυσαρέσκειας (βλέπε γκράφιτι στο Πολυτεχνείο) έχει δεσμούς αίματος με τον βανδαλισμό και η καλλιτεχνική παρέμβαση, συχνά πυκνά, δεν είναι παρά επιθετική κίνηση που προκαλεί μόνο καταστροφή.

«Διαφωνίες» έχουν αποτυπωθεί πάνω σε αγάλματα, έχουν απαξιώσει γλυπτά σε πλατείες, ενώ βάνδαλοι έχουν ανοίξει «δημιουργικό διάλογο» με ό,τι μπορεί να αποτελεί δημόσια περιουσία. Οπως η μουτζούρα μπορεί να κάνει καριέρα ως έργο τέχνης έτσι και η άγνοια μπερδεύεται με την ανοχή.

Εάν κάτι επέτεινε πράγματι η κρίση είναι η σύγχυση. Οι παγίδες ενώ γίνονται πιο ορατές θεωρητικοποιούνται, ό,τι αφορά τη διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό έχει άμεση ανάγκη να επαναδιατυπωθεί και να επαναπροσδιοριστεί. Πώς; Με τον διάλογο, απαλλαγμένο από την κρίση σαν βολικό εργαλείο. Τι εννοούμε: τα τελευταία χρόνια ο δημόσιος λόγος μπολιάστηκε με μια αναφορά - τυφλοσούρτη. Είτε ενεχόταν είτε όχι η κρίση (πολλά σημεία και τέρατα είχαν προηγηθεί αλλά στη θολούρα της ευμάρειας ελάχιστα διακρίνονταν) εμφανιζόταν ως ερμηνεία για πράξεις ή παραλείψεις. Αναμενόμενο· η κοινωνία κλονίστηκε συθέμελα. Ελειψαν και ίσως εξακολουθούν να λείπουν και οι λέξεις και τα όρια για μια χωροταξική τοποθέτηση της κρίσης. Πού αρχίζει και πού σταματάει; Πόσο και ποιους επηρεάζει περισσότερο;

Οσοι επιτίθενται στον δημόσιο χώρο είναι θύματα της κρίσης ή «παιδιά» μιας κοινωνίας σε (διαρκή) κρίση; Το δημόσιο και ιδιωτικό στην Ελλάδα δεν συνυπήρξαν ποτέ αρμονικά. Το πρώτο υποχωρούσε πάντα μπροστά σε έναν ιδιοκτησιακό επεκτατισμό του δεύτερου. Είμαστε κυρίως ιδιοκτήτες και ελάχιστα δημότες· εκπαιδευτήκαμε να αυξάνουμε και να καταναλώνουμε τα ιδιωτικά αγαθά και να περιφρονούμε τα δημόσια. Αλλά μήπως και το ίδιο το κράτος δεν ευνοούσε με κάθε τρόπο τα εν οίκω αδιαφορώντας για τα εν δήμω; Εξυπηρετούσε τον πελάτη, υποβαθμίζοντας τον πολίτη.

Ολα, στην προ κρίσης Ελλάδα, αποθέωναν το «ιδιωτικό». Από τις τηλεοπτικές εκπομπές μέχρι τα πάνελ. Ακόμη και η γλώσσα, μέσα από την επικοινωνία κράτους - πολίτη, θύμιζε στην ανάπτυξή της «οικογενειακή υπόθεση». Μια «οικογένεια» σε επάλληλους κύκλους που δεν βοηθούσε καθόλου τη μετάβαση από την παιδική - εφηβική στην ενήλικη ζωή.

Η βία που γεννάει η υπερκατανάλωση έδωσε τη θέση της στη βία που γεννάει η στέρηση. Η λεκτική και η οπτική δημόσια έκφραση παρέμεινε το ζητούμενο. Το δημόσιο, ως θεσμός που έχει κανόνες, περιορισμούς και χρήζει προστασίας, απουσίαζε. Ούτε όμως και η δημιουργική πνοή της ελευθερίας της έκφρασης καλλιεργήθηκε. Η πρόταση μιας φαντασίας και δράσης εναλλακτικής, απρόβλεπτης, με χιούμορ και ευπρόσδεκτη εξωστρέφεια. Ευπρόσδεκτη σημαίνει ότι αποσκοπεί στη σύνθεση και όχι στον διχασμό. Σε μια κοινότητα αισθήσεων και αισθημάτων. Οχι ότι δεν υπήρχαν παρόμοιες προτάσεις και ενέργειες από ομάδες πολιτών ή καλλιτεχνών, που μας έκαναν να χαμογελάσουμε, να αναπνεύσουμε βαθιά, να συγκινηθούμε, να σκεφτούμε. Δεν έχει σχέση με το χρώμα. Αν επιλέγει την γκάμα του σκότους ή του φωτός. Δεν έχει σχέση με τα υλικά. Εχει σχέση με τον διάλογο που ανοίγει με τους περαστικούς, τους διαβάτες, τους κατοίκους, τον περιβάλλοντα χώρο, την πόλη. Αν την προεκτείνει, την επανανακαλύπτει, την εξελίσσει.

Οι παρεμβάσεις, λεκτικές ή οπτικές, είναι το οξυγόνο της δημόσιας σφαίρας. Αντ’ αυτών, τι έχουμε τις τελευταίες ημέρες; Ασφυξία. Μια απλωμένη μουτζούρα στην πρόσοψη του Πολυτεχνείου, σαν μεσαιωνική δεισιδαιμονία. Δεν είναι η αυθαιρεσία ενός κώδικα έκφρασης· είναι η εξουθενωτική απουσία του. Δεν είναι μορφή αυτοέκφρασης που αντιστρατεύεται τη σύμβαση· είναι εξάλειψη της έκφρασης. Το μόνο μήνυμα που στέλνει είναι η βαναυσότητα του βανδαλισμού. Εκπνέουμε ό,τι εισπνέουμε. Με ή χωρίς την κρίση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ