ΒΙΒΛΙΟ

Η διαχρονική και γοητευτική αξία της επιστροφής

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Στο παλιό Αναγνωστικό ο ροδομάγουλος άνεμος φυσάει δυνατά. Με μάτια ορθάνοιχτα αφουγκράζεται. Τον ακούει να κατηφορίζει βουίζοντας, πελώριο βαθυκόκκινο βούκινο, από το βουνό, να τρυπώνει στις σπηλιές στα κοιλώματα. Υπόκωφοι ήχοι από δεκάδες τύμπανα ακούγονται. Παίζει φλάουτο στους κατάλευκους περιστεριώνες, στα στήματα. Χτυπά τις καμπάνες στα ξωκλήσια, κρουστά γλυκόηχα, τρυπώνει στην εκκλησία, τα καντήλια λικνίζονται, τρεμοσβήνει η φλόγα, μπαγκέτα αόρατη διευθύνει τους βυζαντινούς ήχους που αντηχούν στους απέριττους θόλους. Μπαίνει στο χωριό, πίνει νερό στις λιθόκτιστες βρύσες, ξαποσταίνει στις πέτρινες πεζούλες, χαριεντίζεται με τα ρείκια στις σταμνοθήκες...». Η περιγραφή αυτή της περιπέτειας του ανέμου από τη «Βουρκωτή» της Ιουλίας Ζαννάκη-Λιάλιου είναι χαρακτηριστική του πνεύματος ολόκληρου του βιβλίου.

Η συγγραφέας, γεννημένη στο μικρό αυτό χωριό της Ανδρου, βουτά στις αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας ξεδιαλέγοντας εικόνες (οπτικές, ηχητικές, οσφρητικές) και χαρακτηριστικά ενός τόπου που σήμερα φαντάζει χαμένος στα βάθη της προϊστορίας. Η αφήγησή της δεν τηρεί χρονολογική σειρά· οι διάφορες ιστορίες που θυμάται ιεραρχούνται με κριτήρια μάλλον συναισθηματικά, ο απόηχός τους φτάνει στον αναγνώστη φιλτραρισμένος μέσα από το πρίσμα της (καθοριστικά) προσωπικής εμπειρίας. Και υπάρχει ακόμα σε όλο αυτό ένα σκοτάδι, μια υποβόσκουσα μελαγχολία, η οποία ισορροπεί τον λυρισμό όταν εκείνος πάει να πνίξει το περιεχόμενο.

Θαύματα, στοιχειά, νεράιδες, προλήψεις και προκαταλήψεις ανακατεύονται με την πολύ πραγματική καθημερινότητα των κατοίκων της εποχής –και της περιοχής–, τους φόβους, τις χαρές και τις λύπες τους. Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε μια ζωή με την ανάμνηση της γοργόνας που τον έσωσε από πνιγμό, η επιστροφή του ναυτικού πατέρα στο σπίτι, τα τραγικά νέα του θανάτου κάποιου άλλου μπαρκαρισμένου: όλα αυτά και αρκετά άλλα χωρούν στην οικονομία της αφήγησης που μοιάζει σαν μια διαρκής επιστροφή· «όποτε η ψυχή μου πλαντάζει, κλείνω τα μάτια κι επιστρέφω», λέει στον επίλογο η συγγραφέας. Αυτή η επιστροφή στην κάπως άγνωστη Ελλάδα (ο υπότιτλος του βιβλίου είναι «το χωριό που νόμιζαν πως δεν υπάρχει») των απρόσιτων χωριών έχει μια ξεχωριστή γοητεία, ακόμα και για εκείνους που δεν την έζησαν από κοντά. Είναι μάλλον η διαχρονική αξία του γυρισμού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ