ΕΛΛΑΔΑ

«Στοκάρουν» καφέ ενόψει ανατιμήσεων

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

Η επιβολή του ΕΦΚ οδηγεί σε αύξηση 100% του κόστους παρασκευής του ελληνικού καφέ για τις εταιρείες παραγωγής (εργοστάσια και βιοτεχνίες).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το περυσινό καλοκαίρι ήταν τα μακαρόνια και τα κατεψυγμένα τρόφιμα που ελέω capital controls αγοράστηκαν από τους καταναλωτές σε τεράστιες ποσότητες γεμίζοντας ντουλάπια και καταψύκτες. Φέτος είναι ο... καφές και προσφάτως το ελαιόλαδο, αλλά και άλλα βασικά υλικά μαγειρικής, όπως προϊόντα αλευροποιίας που χρησιμοποιούνται ευρέως στην εστίαση. Πρόκειται για τα προϊόντα που αγοράζουν σε μεγάλες ποσότητες το τελευταίο διάστημα εταιρείες και επαγγελματίες αλλά και καταναλωτές, προκειμένου να περιορίσουν τις απώλειες στο πορτοφόλι τους ή στο ταμείο τους από την επιβάρυνση της τιμής του καφέ με ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ), και την αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά, αρχής γενομένης από αύριο, 1η Ιανουαρίου 2017.

Ας δούμε κατ’ αρχάς τι θα ισχύσει από αύριο σχετικά με τη φορολογία του δημοφιλούς προϊόντος: επιβάλλεται λοιπόν ΕΦΚ ο οποίος ανέρχεται σε 4 ευρώ ανά κιλό για τον στιγμιαίο καφέ και τα παρασκευάσματα από εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα του προϊόντος, σε 3 ευρώ ανά κιλό για τον καβουρδισμένο καφέ και σε 2 ευρώ ανά κιλό για τον ωμό, μη καβουρδισμένο καφέ.

Η επιβολή του παραπάνω ΕΦΚ οδηγεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, σε αύξηση 100% του κόστους παρασκευής του ελληνικού καφέ για τις εταιρείες παραγωγής (εργοστάσια και βιοτεχνίες καφεκοπτών), σε αύξηση 60% του κόστους παραγωγής για τον καφέ εσπρέσο και για τον καφέ φίλτρου, ενώ στην περίπτωση του εισαγόμενου έτοιμου τυποποιημένου καφέ, η αύξηση είναι της τάξης του 30%.

Πρακτικά τι σημαίνει αυτό για τους καταναλωτές, τον κλάδο της εστίασης, αλλά και τις εταιρείες; Ο καταναλωτής θα αγοράζει τον καφέ από το σούπερ μάρκετ ή από το καφεκοπτείο περίπου κατά 25% ακριβότερο, καθώς τόση υπολογίζεται ότι είναι η επιβάρυνση ανά κιλό. Οταν επιλέγει να πίνει τον καφέ του σε ένα καφέ θα επιβαρύνεται τουλάχιστον με 0,10 ευρώ. Οσο για τις εταιρείες, καλούνται να πληρώσουν τον καφέ ως πρώτη ύλη ακόμη και στη διπλάσια τιμή.

Η χρονική συγκυρία είναι εξαιρετικά αρνητική, καθώς ο ΕΦΚ θα επιβληθεί σε μια περίοδο που η διεθνής τιμή του καφέ είναι ιδιαιτέρως υψηλή, έχοντας ήδη προκαλέσει από τις αρχές του έτους αύξηση της λιανικής τιμής κατά περίπου 1%. Η επιβολή του ΕΦΚ στον καφέ και μάλιστα ενός τόσο μεγάλου φόρου (στη Δανία για παράδειγμα είναι πολύ χαμηλότερος, 0,80 ευρώ έναντι 2 ευρώ/κιλό στην Ελλάδα) αναμένεται να προκαλέσει σειρά στρεβλώσεων στην αγορά. Κατ’ αρχάς οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου –στην Ελλάδα ουσιαστικά δραστηριοποιούνται δύο πολυεθνικές– και οι μεγάλες και μεσαίες εισαγωγικές που διαθέτουν αποθήκες έχουν τη δυνατότητα να προμηθευτούν μεγάλες ποσότητες καφέ πριν από την επιβολή του ΕΦΚ, κάτι που σύμφωνα με πληροφορίες από την αγορά ήδη κάνουν. Αυτό στην πραγματικότητα δημιουργεί συγκριτικό μειονέκτημα στις μικρές εταιρείες που δεν διαθέτουν μεγάλες αποθήκες για να αποθεματοποιήσουν μεγάλες ποσότητες καφέ. Πρόκειται για περίπου 2.500 με 3.000 εταιρείες που έχουν μερίδιο 20% στην παραγωγή και μεταποίηση ωμού πράσινου καφέ και μερίδιο 40% στην παραγωγή και μεταποίηση του ελληνικού καφέ.

Ακόμη, πάντως, και οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου δεν δηλώνουν ενθουσιασμένες με την επιβολή του φόρου, καθώς αναμένουν ότι η αγορά θα συρρικνωθεί ως συνέπεια της επιβολής ΕΦΚ κατά 10% έως 20%. Δηλώνουν δε ότι ο φόρος που επιβάλλεται είναι πολύ μεγάλος για να απορροφηθεί από τις εταιρείες, τουλάχιστον στο σύνολό του, και να μη μετακυλισθεί στα επόμενα στάδια.

Η άλλη μεγάλη στρέβλωση αναμένεται να προκληθεί στην εστίαση, καθώς μπορεί μερίδα επαγγελματιών να έχει μεν προμηθευθεί καφέ πριν από την 1η Ιανουαρίου 2017, δηλαδή σε χαμηλή τιμή χονδρικής αλλά με το άλλοθι της επιβολής του ΕΦΚ να προχωρήσει σε ανατιμήσεις στη λιανική. Πρόκειται δυστυχώς για έργο που το έχουμε ξαναδεί ουκ ολίγες φορές στην ελληνική πραγματικότητα, ειδικά τα τελευταία χρόνια που αυξάνονται με ραγδαία ταχύτητα οι έμμεσοι φόροι.

Πλην του καφέ, εκεί που παρατηρείται το φαινόμενο του «στοκαρίσματος» είναι το ελαιόλαδο, αλλά και τα υπόλοιπα φυτικά λίπη που χρησιμοποιούνται στην εστίαση. Δύο είναι σύμφωνα με τους επαγγελματίες οι λόγοι: πρώτον, η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά –πλην αυτών που εξαιρέθηκαν πρόσφατα– από την 1η Ιανουαρίου 2017 από 9% που είναι σήμερα σε 13% σε σειρά ειδών διατροφής. Δεύτερον, ειδικά σε ό,τι αφορά το ελαιόλαδο η μειωμένη φετινή σοδειά αναμένεται να προκαλέσει αύξηση των τιμών στο προϊόν που παράγεται τώρα. Ας σημειωθεί, άλλωστε, ότι στα περισσότερα νησιά δεν παράγεται ελαιόλαδο με συνέπεια οι ανάγκες να καλύπτονται σχεδόν αποκλειστικά μέσω αγοράς του προϊόντος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ