Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Κροίσος, Μίδας, Γύγης, Γκέιτς, Σώρρας...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μ​​πιλ Γκέιτς. Αμάνσιο Ορτέγκα. Κάρλος Σλιμ. Γουόρεν Μπάφετ. Τζεφ Μπέζος. Μαρκ Ζούκερμπεργκ. Μάικλ Μπλούμπεργκ. Λάρι Ελισον. «Και οι οχτώ είναι - » Τι είναι άραγε; Αρκούν οι χαρακτηρισμοί κροίσοι, μεγιστάνες, βαθύπλουτοι για να περιγράψουν με σαφήνεια την ομάδα των οχτώ υπερεπιχειρηματιών, των πραγματικών G8, που «έχουν πλούτο ύψους 427 δισ. δολαρίων, όσο δηλαδή και τα 3,6 δισεκατομμύρια ατόμων που αποτελούν το φτωχό 50% του παγκόσμιου πληθυσμού», πάντως ούτε τα μισά όσων «έχει» ο Αρτέμης Σώρρας;

«Αυτοί με την αξία τους κι όχι με ξένες πλάτες»; Δύσκολα ταιριάζει εδώ ο Καζαντζίδης. Αλλωστε η οργάνωση Oxfam, που δημοσίευσε τα σχετικά στοιχεία, «εντοπίζει ως αιτίες της συνεχώς διευρυνόμενης ανισότητας τη φοροαποφυγή των πλουσίων, τη συμπίεση των μισθών των εργαζομένων, προς όφελος των υψηλόβαθμων στελεχών με τις ιλιγγιώδεις αμοιβές, αλλά και τη διάθεση του πλούτου προς όφελος των πλουσίων και όχι για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών» («Οικονομική Καθημερινή», 17.1).

Πόσους φόρους πλήρωσε λ.χ. η Apple το 2014 για το σύνολο των κερδών της στην Ευρώπη; Ενα ωραιότατο 0,005%, που θα το ονειρευόταν κάθε μισθωτός. Επιπλέον: Τη διετία 2015 - 2016 οι δέκα μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι είχαν αθροιστικά τα έσοδα 180 χωρών.

Οσο για το μέλλον, τα επόμενα είκοσι χρόνια, 500 βαθύπλουτοι θα κληροδοτήσουν στους κληρονόμους τους [ας πούμε, με γαλαντομία, σε 5.000 ανθρώπους] 2,1 τρισ. δολάρια, ποσό μεγαλύτερο από το σημερινό ΑΕΠ της Ινδίας, μιας χώρας με πληθυσμό 1,3 δισ. ατόμων.

Ας μην προχωρήσουμε σε διαιρέσεις, γιατί απλώς θα κομματιάσουμε τα νεύρα μας. Κι ας πάμε ανάποδα στον χρόνο, προς παρηγορία.

Στον Κροίσο και στον Μίδα, λοιπόν, πάει το μυαλό μας όποτε κουβεντιάζουμε για τους ζάπλουτους της αρχαιότητας, όπως τους προσωπογράφησαν ιστοριογράφοι και μυθοπλάστες. Και στον Γύγη, λιγότερο συχνά. Στις πηγές θα βρούμε πληροφορίες και για τους τρεις, ενίοτε αντιφατικές. Για τον Κροίσο, τον βασιλιά της Λυδίας στα χρόνια 560 - 547 π.Χ., που το όνομά του απόμεινε συνώνυμο του αμύθητου πλούτου, μαθαίνουμε από τον Ηρόδοτο και κατοπινούς του ιστορικούς. Ας θυμηθούμε εδώ τρία περιστατικά ελληνικού ενδιαφέροντος: Σαν τοπάρχης στο Αδραμύττιο, ο Κροίσος απολάμβανε τη νιότη του μες στη χλιδή. Κι όταν ο βασιλιάς πατέρας του τον κάλεσε να πάει με στρατό στις Σάρδεις, για να εκστρατεύσουν εναντίον της Καρίας, ο Κροίσος, χρεοκοπημένος από την ασωτία, δανείστηκε από έναν Ελληνα της Εφέσου, ονόματι Θεοχαρίδη. Βασιλιάς πια, αντιμετώπισε τα επίβουλα σχέδια του Πανταλέοντα, ετεροθαλούς αδελφού του, η μάνα του οποίου ήταν Ελληνίδα. Οι πρωτεργάτες της στάσης θανατώθηκαν, ο δε Κροίσος ξανάγινε πάμπλουτος, εκμεταλλευόμενος το χρυσάφι του Πακτωλού ποταμού. Την τρίτη ιστορία την ακούγαμε και στο σχολείο. Αξονάς της το «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε» του Σόλωνα προς τον Κροίσο, και το «Σόλων! Σόλων!» του αιχμάλωτου Κροίσου προς τον Πέρση βασιλιά Κύρο, που τον είχε κατανικήσει και ετοιμαζόταν να τον κάψει. Συμπέρασμα, απλοϊκό πλην αναμφίλεκτο: Ούτε τα πολλά πλούτη ούτε η πολλή εξουσία είναι ταυτόσημα της ευδαιμονίας.

Πώς όμως είχε τόσο χρυσάφι ο Πακτωλός; Σύμφωνα με τη μυθολογική παραλλαγή που σχεδίασε ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις», ο Μίδας, βασιλιάς της Φρυγίας τον 8ο - 7ο αιώνα π.Χ., συνειδητοποίησε γρήγορα ότι το δώρο που του είχε κάνει ο Διόνυσος, να γίνεται χρυσάφι ό,τι πιάνει, ήταν τελικά ολέθριο, γιατί δεν μπορούσε ούτε ψωμί να φάει. Παρακάλεσε λοιπόν τον Θεό να πάρει πίσω το δώρο του. Κι εκείνος τον συμβούλευσε να πλύνει κεφάλι και πόδια στον Πακτωλό, που έγινε έτσι πηγή χρυσού. Και του Μίδα το όνομα συνδέεται με τους Ελληνες, και μάλιστα με τον Ομηρο. Σύμφωνα με ένα χαριτωμένο αρχαίο αφήγημα, τον «Αγώνα Ομήρου και Ησιόδου», όπου οι δύο επικοί εμφανίζονται σαν αντίπαλοι σε ποιητικό αγώνα στη Χαλκίδα, όταν οι γιοι του Μίδα, ο Ξάνθος και ο Γόργος, άκουσαν την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», παρακάλεσαν τον Ομηρο να συνθέσει ένα επίγραμμα για τον πατέρα τους, πάνω στον τάφο του οποίου θρηνούσε μια χάλκινη κόρη. Οντως ο Oμηρος συνέθεσε ένα εξάστιχο επιτύμβιο. Το μεταφράζω:

«Παρθένα χάλκινη, πάνω στον τάφο στέκομαι του Mίδα. / Οσο θα ρέει το νερό, όσο τα δέντρα θαλερά θα υψώνονται, / όσο οι ποταμοί θενά φουσκώνουν κι η θάλασσα θα περιβρέχει, / όσο ο ήλιος θ’ ανατέλλει φέγγοντας, θα λάμπει η σελήνη, / στον τάφο τον πολύκλαυτο θα στέκω, να δείχνω / στους περαστικούς ότι εδώ έχει ταφεί ο Mίδας».

Η ομηρική πατρότητα του επιγράμματος, ενός από τα «διασημότερα της αρχαιότητας», όπως γράφει ο Μενέλαος Χριστόπουλος στο βιβλίο «Ομηρικά επιγράμματα» (Στιγμή, 2007), αμφισβητείται από παλιά. Μάλιστα ο Σιμωνίδης ο Κείος το απέδιδε στον Κλεόβουλο τον Ρόδιο, τον οποίο και κατηγορούσε «ότι αποδίδει αιώνια ισχύ στα ανθρώπινα έργα». Εργα υποκείμενα στη φθορά, όπως ξέρουμε και από τον Καρυωτάκη, που έγραφε ανταποκρινόμενος σε απόφθεγμα του Ηράκλειτου: «Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων, / και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο χρόνος με το πόδι».

Ούτε η βεβαιότητα της φθοράς και του θανάτου εντούτοις ούτε οι προειδοποιήσεις θρησκευτικού τύπου (λ.χ. το «ευκοπώτερόν εστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν») κατορθώνουν συνήθως να γιατρέψουν την αρρώστια της απληστίας και της αδικίας, του θησαυρίζειν θησαυρούς επί της γης. Δεν θα χολοσκάσουν οι G8 του υπέρμετρου πλούτου και οι λοιποί μυριομέδιμνοι, αν τρυπώσει στον κόσμο τους η είδηση για τα αμέτρητα παιδιά που πεθαίνουν κάθε μέρα επειδή τους λείπει το γάλα ή η ασπιρίνη, ή για τα κύματα της προσφυγιάς που προκαλούν οι πόλεμοι, και ανάμεσά τους, ακήρυχτος πλην μόνιμος και αμείωτης έντασης, ο οικονομικός.

Κι οι φτωχοί; Ας παρηγορηθούν με την ποίηση, αν βέβαια κρίνουν αποτελεσματική τη συνταγή της, έτσι όπως σχηματίστηκε από γλώσσα σε γλώσσα. Λόγου χάρη από «ανακρεόντειο» ποίημα, όπου ο άγνωστος ποιητής δηλώνει αδιάφορος για τους θησαυρούς του Γύγη, βασιλιά της Λυδίας τον 7ο αι. π.Χ.: «Τα πλούτη δεν με νοιάζουνε του Γύγη, / του βασιλιά των Σάρδεων, / αιχμάλωτος δεν είμαι του χρυσού / μήτε ζηλεύω τους τυράννους. / Μία η έγνοια μου· να βρέχω / τη γενειάδα μου με μύρα, / με ρόδα το κεφάλι μου / να στέφω. / Το σήμερα με καίει. / Το αύριο ποιος το γνωρίζει...» ΄Η από τον Ομάρ Καγιάμ, που επέμενε ότι «μια κούπα κρασί αξίζει όσο εκατό βασίλεια του Φεριδούν». Βαθιά μέσα μας το ξέρουμε πως αυτά τα μαθηματικά δεν ισχύουν. Εκείνα που θ’ αλλάξουν τον κόσμο όμως τα ψάχνουμε χιλιετίες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ