ΒΙΒΛΙΟ

Στα άδυτα των ελληνικών σουαρέ

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Προσοχή στον πολυέλαιο», γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Mιλάμε σήμερα για «γαλλικά και πιάνο» εις ανάμνησιν ενός παρωχημένου καθωσπρεπισμού. Ομως, στo τέλος του 19ου αιώνα, ήταν αναγκαία εφόδια για κάθε δεσποινίδα αστικής οικογενείας. Το μεγαλύτερο μέρος του γυναικείου πληθυσμού ήταν αναλφάβητο. Συνεπώς, η Ελληνίδα που γνώριζε μουσική και χορό δήλωνε ότι προέρχεται από ευκατάστατη, εξευρωπαϊσμένη οικογένεια.

Το πιάνο ήταν το εμβληματικό μουσικό όργανο των αστικών οικογενειών, λέει στην «Κ» η διδάκτωρ και ερευνήτρια μουσικολογίας και θεατρολογίας, πανεπιστημιακός Αύρα Ξεπαπαδάκου, που με τον μουσικολόγο και διευθυντή του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής», Αλέξανδρο Χαρκιολάκη, συνυπογράφουν το βιβλίο «Interspersed with Musical Entertainment: Music in Greek Salons of the 19th Century» (Ποικιλλόμενα και υπό μουσικής απολαύσεως – Η μουσική στα ελληνικά σαλόνια του 19ου αιώνα). Μια έκδοση του Κέντρου Ελληνικής Μουσικής, το οποίο αγωνίζεται για τη διάσωση και ανάδειξη μουσικών έργων της ελληνικής ορχηστρικής μουσικής και έχει εκδώσει 22 μουσικά έργα και 7 μονογραφίες.

Ο ρόλος των γυναικών

Ολα φωτίζονται εδώ. Το παρασκήνιο των μουσικών συναθροίσεων, το προφίλ των καλεσμένων, των καλλιτεχνών, το ρεπερτόριο που παρουσίαζαν. Αποκαλύπτεται όμως και ο ρόλος των γυναικών: Οι καλλιεργημένες μουσικόφιλες, καθώς και οι κόρες καλών οικογενειών, οι οποίες επιδείκνυαν χάρη, κάλλη και μουσικές γνώσεις πρωταγωνιστούσαν στα σουαρέ.

Το βιβλίο κυκλοφορεί στην αγγλική γλώσσα. Πώς ξεκίνησε η συγγραφή του; «Είχαμε μπροστά μας δύο κλειστούς δρόμους. Αφενός δεν υπήρχαν πηγές, αφετέρου δεν υπήρχε βιβλιογραφία. Υπήρχαν, όμως, τα ίδια τα έργα», απαντά η κ. Ξεπαπαδάκου. «Ερευνώντας την πολιτιστική ζωή του 19ου αιώνα, ανακάλυπτα κυρίως παρτιτούρες, που δημοσίευαν περιοδικά ποικίλης ύλης. Κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει στην εποχή μας με τα ένθετα CD στον Τύπο! Καθώς τότε τα περιοδικά ήταν συνδρομητικά, η ένθετη μουσική έφερνε το θέατρο και την αίθουσα συναυλιών στο σπίτι. Ακόμη δεν υπήρχε μουσική ιδιωτικής χρήσης. Ηταν δημόσια, μέχρι να διατεθούν τα μέσα της μαζικής αναπαραγωγής της στο τέλος του 19ου αιώνα-αρχές του 20ού.

Οι πιο ευκατάστατοι είχαν πιάνο στο σπίτι τους. Ομως, σε αυτό το βιβλίο, μαζί με τον Αλέξανδρο Χαρκιολάκη, δεν αρκεστήκαμε στην περιήγηση στα αστικά σαλόνια και στις μουσικές βραδιές. Εκδίδουμε τα ίδια τα έργα, που ήταν ως επί το πλείστον ανέκδοτα, δημοσιευμένα με τις τυπογραφικές δυνατότητες της εποχής. Συχνά ήταν δυσανάγνωστα, με λάθη. Αποκαταστήσαμε τις παρτιτούρες με τη βοήθεια των μουσικολόγων Γιάννη Τσελίκα και Γιάννη Σαμπροβαλάκη».

Η μελέτη στο δεύτερο μέρος της περιλαμβάνει παρτιτούρες του ρεπερτορίου των σαλονιών από διακεκριμένους συνθέτες: από τον Παύλο Καρρέρ και τον Διονύσιο Λαυράγκα, μέχρι τον Ναπολέοντα Λαμπελέτ και τον Σπυρίδωνα Σαμάρα, και άλλους όπως οι Γεράσιμος Δ. Βοθρωντός και Χρήστος Γεράκης. Ολα αυτά δημοσιεύονταν στα περιοδικά της εποχής. Η μουσική πραγματικότητα αναδυόταν έμμεσα, από αγγελίες για αγοραπωλησίες, ενοικιάσεις, επισκευές μουσικών οργάνων, παράδοση μαθημάτων. Ενα από τα αγαπημένα βιβλία της ερευνήτριας είναι τα απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού, όπου εκτός από τις οικονομικές δραστηριότητές του, περιγράφονται και οι συναθροίσεις στα αθηναϊκά σαλόνια του 1860. Αλιεύοντας τέτοιες ψηφίδες προσπάθησε να σκιαγραφήσει το τοπίο. «Τα σουαρέ ήταν μια ιδιωτική συνήθεια, ήταν όμως και μια εκλαϊκευμένη εκδοχή της επίσημης μουσικής δραστηριότητας. Ενα κορίτσι δάνειζε στην αγαπημένη της φίλη το μουσικό της άλμπουμ. Σε μεγάλο βαθμό ήταν μια κοριτσίστικη υπόθεση, όπως τα λευκώματα της παιδικής μας ηλικίας. Τα σουαρέ θα μπορούσαν να είναι τα πάρτι της εποχής, και υπό αυτή την έννοια υπάρχει μια διάσταση ποπ».

Η αξιοσύνη της νύφης

Ηταν, ακόμα, η μόνη ευκαιρία για τα προικισμένα καλλιτεχνικά, κορίτσια των αστικών οικογενειών να επιδείξουν το ταλέντο τους. «Το τραγούδι στην αίθουσα συναυλιών στο θέατρο ήταν για τις θεατρίνες, τις κοινές γυναίκες. Επομένως, θα μπορούσε να είναι γνήσια καλλιτεχνική έκφραση εντός των ορίων που υπαγορεύει η ευπρέπεια της εποχής. Είναι, όμως, και βιτρίνα της οικονομικής ευημερίας, της κοινωνικής ανωτερότητας και προβολή αξιοσύνης μιας μέλλουσας συζύγου».
Σουαρέ πραγματοποιούνταν όχι μόνο στα αστικά σπίτια, αλλά και σε εντευκτήρια, λέσχες, συλλόγους, ξενοδοχεία, πρεσβείες, σε ζαχαροπλαστεία. Και στα ανάκτορα, όπου διοργανώνονταν βασιλικοί χοροί, συναυλίες δωματίων, παραστάσεις. «Ακόμα δεν υπήρχε θεσμοθετημένη καλλιτεχνική ζωή στην Αθήνα και όλα συνέβαιναν στο παλάτι του Οθωνα».

Στα αθηναϊκά σαλόνια σύχναζαν πολιτικοί, διπλωμάτες, επιστήμονες, στρατιωτικοί που μπορούσαν να επισκέπτονται και δύο και τρία σαλόνια το ίδιο βράδυ. Τη μεγαλύτερη παράδοση είχε η Κέρκυρα, η Ζάκυνθος και η Κεφαλονιά. Βέβαια κακόφωνοι τραγουδιστές σε επτανησιακό σαλόνι ήταν κάτι αδιανόητο. Ανάμεσα στους μουσικούς ερμηνευτές ήταν διακεκριμένοι βιρτουόζοι, ακόμη και επώνυμοι συνθέτες όπως ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος-Μάντζαρος, ο οποίος έπαιζε για ώρες πιάνο. «Ο πρώτος διδάξας βέβαια ήταν ο Ροσίνι, που διοργάνωνε τρελά πάρτι με δικές του συνθέσεις ανάλογης διάθεσης. Εχει ενδιαφέρον το φαινόμενο των συνθετών που γράφουν έντεχνη μουσική, αλλά δεν έχουν πρόβλημα να γράφουν και πιο απλά πράγματα. Ο διχασμός ανάμεσα στο σοβαρό και στο ελαφρύ είναι μεταγενέστερος».

Ονομαστά ήταν κι αυτά της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Οπως της Πάτρας και της Ερμούπολης που είχαν να επιδείξουν πιο ενδιαφέρουσες τέτοιες συναθροίσεις απ’ ό,τι η Αθήνα. Υπάρχουν όμως και γραπτές μαρτυρίες για το τι συνέβαινε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες πριν από την Επανάσταση.

Σε αυτές τις συναθροίσεις συχνά έπαιζαν μεταγραφές από γνωστά μουσικά έργα. Οπως η όπερα «Μετζέ» αλλά και η «Φλώρα Μιράμπιλις», επίσης από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Σπύρου Σαμάρα. «Πώς μπορούσες να έχεις αυτά τα σουξέ στο σπίτι σου; Μόνο σε μια απλοποιημένη εκδοχή για πιάνο και φωνή, σαν να τα έχεις σήμερα σε mp3».

Ολα αυτά ξεκίνησαν από μια γυναικεία συνήθεια. Οι πιο εξευρωπαϊσμένες οικογένειες επέτρεπαν στα κορίτσια τους να παρακολουθήσουν μια παράσταση όπερας, πιο δύσκολα μια οπερέτα, διότι εκεί τα θέματα ήταν σκαμπρόζικα. Η κ. Ξεπαπαδάκου, που έχει γράψει και τη μονογραφία «Παύλος Καρρέρ» (Αθήνα: Fagotto, 2013) αναφέρει ένα περιστατικό με τον συνθέτη, ο οποίος όταν ανέβασε τον «Μάρκο Μπότσαρη» στην Πάτρα, απογοητεύθηκε επειδή του έκαναν σαμποτάζ από την Εκκλησία. «Δεν έπρεπε να παρακολουθήσεις όπερα κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Εγραψε λοιπόν: ήρθαν σήμερα δύο οικογένειες, καμία κυρία! Η γυναίκα ήταν το σήμα της επιτυχίας μιας παράστασης, γιατί θα ανταγωνίζονταν με τη διπλανή της, θα κοίταζες τι φοράει...». Βέβαια, η Καλλιρρόη Παρρέν κατέκρινε το στερεότυπο της γυναίκας-κούκλας, που έχει ως μοναδικό προορισμό το ντύσιμο, τις επισκέψεις, το πιάνο και την “ελαφράν εργολαβίαν”».

Μόδα, όχι καινοτομία

Αραγε, τολμούσε κανείς σ’ αυτά τα σουαρέ, να καινοτομήσει μουσικά; «Ο χώρος αυτός δεν ήταν της καινοτομίας, αλλά της μόδας. Εχει καταγραφεί όμως η παρουσίαση καινούργιων έργων. Ο Καρρέρ περιγράφει στα απομνημονεύματά του ότι έγραψε ένα νέο έργο το οποίο πριν καταλήξει στον εκδότη, πρώτα κάλεσε τους αγαπημένους του φίλους, άνδρες και γυναίκες, σε ένα σαλόνι και ερμήνευσαν οι ίδιοι όλους τους ρόλους».

Στο δεύτερο μισό του 19ου αι., η μόδα είχε κυριαρχήσει. Τόσο, ώστε κάποιοι αποκαλούσαν τον πολλαπλασιασμό των κλειδοκυμβάλων «ένα εκ των οδυνηροτέρων βασανιστηρίων του νεωτέρου πολιτισμού με αίτια στην πιθηκίζουσαν ψευδαιπίχρωσιν της μουσικής μορφώσεως»! Από την άλλη, ο λαός δεν έχει τέτοιες αγωνίες. Εκτός πόλεων διασκέδαζε σε πανηγύρια και γάμους, ενώ στα λιμάνια και στις φτωχογειτονιές, αναπτύσσουν την αστικολαϊκή κουλτούρα, τα καφωδεία. Στα καφέ σαντάν ξεδίνουν οι αστοί ακούγοντας ευρωπαϊκή μουσική και στα καφέ αμάν όσοι προτιμούσαν τον ήχο της ανατολής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ