ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ελεύθερη πτώση και στα εισιτήρια

s30_210419_eisithria

Εδώ στρίμωγμα, κίνδυνοι και ταλαιπωρία, αλλού ανέσεις, σιγουριά και πολυτέλειες. Εδώ κέρματα, αναπτήρες, φωτοβολίδες ευθείας βολής, δακρυγόνα, ακόμη και βόμβα μολότοφ σε ματς του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλού απόλυτη ασφάλεια, κόκκινα χαλιά, υπηρεσίες όπως μουσεία, γραφεία στοιχημάτων κ.λπ. Δεν είναι διόλου περίεργο πως τα γήπεδα με τη μεγαλύτερη πτώση στον μέσο αριθμό εισιτηρίων την τελευταία 15ετία είναι τα ελληνικά, σύμφωνα με νέα έρευνα του Ποδοσφαιρικού Παρατηρητηρίου CIES της Ελβετίας. Τα στοιχεία του ελβετικού παρατηρητηρίου αποκαλύπτουν μείωση κατά 32% του μέσου όρου εισιτηρίων στο ελληνικό πρωτάθλημα από την πενταετία 2003-2008 έως την πενταετία 2013-2018. Πρόκειται για τη μέγιστη μείωση από τα 26 εθνικά πρωταθλήματα που καταγράφονται στην έρευνα, με δεύτερο χειρότερο ποσοστό μείωσης αυτό του νορβηγικού πρωταθλήματος (-29%).

Σε απόλυτους αριθμούς η Σούπερ Λίγκα έπεσε από τα 5.724 εισιτήρια κατά μέσον όρο ανά αγώνα την πενταετία από το 2003-04 έως το 2007-08, στα 3.896 εισιτήρια την περίοδο από το 2013-14 έως το 2017-18.

Η έρευνα μάλιστα φροντίζει να δώσει και τη δική της εξήγηση για τη δραματική πτώση στα εισιτήρια στη χώρα μας: «Τα συχνά σκάνδαλα και τα περιστατικά που κηλιδώνουν τους αγώνες είχαν πολύ αρνητικές συνέπειες στο ενδιαφέρον των θεατών», τονίζει η έκθεση του ελβετικού ιδρύματος.

Είναι γεγονός ότι η αξιοπιστία του ελληνικού πρωταθλήματος και τα φαινόμενα βίας που συνεχώς παρουσιάζονται, έχουν καταστήσει ελάχιστα ελκυστική στους πολλούς φιλάθλους –πέρα από τους αθεράπευτα φανατικούς των ομάδων– την προοπτική παρακολούθησης ενός αγώνα του ελληνικού πρωταθλήματος.

Ωστόσο υπάρχουν ακόμη πολλοί παράγοντες τους οποίους αντιμετωπίζει αυτομάτως όποιος διαβεί το κατώφλι μιας θύρας γηπέδου. Πρόκειται ουσιαστικά για την αντανάκλαση της ποδοσφαιρικής/αθλητικής παιδείας του μέσου Ελληνα, αλλά και της ποιότητας υπηρεσιών που παρέχει το κράτος στον Ελληνα φορολογούμενο.

Εδώ η αστυνόμευση και η ασφάλεια είναι προβληματικές, το ίδιο και η μετακίνηση προς και από τα γήπεδα, στις κερκίδες βασιλεύει ο φόβος των επεισοδίων, οι υποδομές είναι από προβληματικές έως τραγικές, με τις τουαλέτες των ξένων γηπέδων να απέχουν έτη φωτός από τις ελληνικές και τα πάρκινγκ των σταδίων στο εξωτερικό να κάνουν τα ελληνικά γήπεδα να ντρέπονται με τη σύγκριση.

Ακόμη και τα ακραία φαινόμενα όπως η ρίψη αντικειμένων ή ο ρατσισμός στα ξένα γήπεδα τιμωρούνται παραδειγματικά, πρώτα από τους ίδιους τους συλλόγους, ενώ στη χώρα μας κάτι τέτοιο αποτελεί εξαίρεση και όχι κανόνα.

Αλλωστε η αθλητική παιδεία στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτη – το γήπεδο δεν θα μπορούσε ποτέ στη χώρα μας να θεωρηθεί χώρος κοινωνικής και πολιτισμικής έκφρασης, παρά μόνο τόπος αντιπαλότητας, εκτόνωσης και αντίδρασης.

Προσθέτουμε σε όλα αυτά και την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, που έπληξε τόσο τις τσέπες των απλών φιλάθλων όσο και τους συλλόγους που ελαχιστοποίησαν τις επενδύσεις τους και οδήγησε ιστορικούς συλλόγους με πολλούς οπαδούς σε κατώτερες κατηγορίες, και έχουμε το παζλ των αιτίων της συρρίκνωσης στα εισιτήρια στην Ελλάδα.

Θα πει κανείς, δηλαδή η Πολωνία που έρχεται πρώτη σε αύξηση εισιτηρίων κατά 47% έχει καλύτερη παιδεία, καλύτερα γήπεδα και ποιοτικότερο πρωτάθλημα από την Ελλάδα; Η απάντηση –δυστυχώς για την Ελλάδα– είναι ναι, καθώς εκεί η πρόοδος είναι αλματώδης και εδώ η πτώση συνεχής. Αλλωστε η Πολωνία φιλοξένησε προσφάτως το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (το 2012) βελτιώνοντας ουσιαστικά τις υποδομές της. Το ίδιο ισχύει και για τις χώρες που έπονται της Πολωνίας σε αύξηση, όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία (Τσβάιτελιγκα) και η Βραζιλία.

Η έκθεση ακόμη παρουσιάζει την κατάταξη των πρωταθλημάτων παγκοσμίως με βάση τον μέσο αριθμό θεατών ανά αγώνα κατά την πενταετία 2013-2018. Εκεί προηγείται η Γερμανία με 43.402 θεατές ανά αγώνα της πρώτης κατηγορίας, με δεύτερη την Αγγλία (36.675), τρίτη την Ισπανία (27.381), τέταρτο το Μεξικό (25.582) και πέμπτη την Ιταλία (22,967). Την πρώτη δεκάδα συμπληρώνουν τα πρωταθλήματα της Κίνας, της Γαλλίας, των ΗΠΑ, της Ολλανδίας, και η δεύτερη κατηγορία της Γερμανίας.

Η Ελλάδα κατατάσσεται στον πίνακα αυτόν 38η από τα 51 πρωταθλήματα, πίσω από τη Νότια Αφρική, τον Ισημερινό, την Ταϊλάνδη, ακόμα και την… τέταρτη κατηγορία της Αγγλίας. Και η πτώση, όπως φαίνεται, δύσκολα θα ανασχεθεί.