ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ενα ξίφος φτιαγμένο από ατόφιο χρυσάφι

ena-xifos-ftiagmeno-apo-atofio-chrysafi-2036986

Ποιος κέρδισε τα περισσότερα ολυμπιακά χρυσά μετάλλια στο ίδιο αγώνισμα; Πολλοί θα απαντήσουν: ο Μάικλ Φελπς. Και θα έχουν κάνει λάθος. Ο αθλητής που κυριάρχησε στον παγκόσμιο αθλητισμό για περισσότερα από 28 χρόνια είναι ο Ούγγρος ξιφομάχος, Αλαντάρ Γκέρεβιτς. Πήρε μέρος και πρώτευσε σε έξι ολυμπιακές διοργανώσεις και εάν δεν υπήρχε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα είχε αγωνιστεί σε οκτώ, δημιουργώντας ένα μοναδικό ρεκόρ.

Ο Αλαντάρ Γκέρεβιτς γεννήθηκε στη Γιαζμπερένι της Ουγγαρίας. Μία αγροτική περιοχή που τους πρώτους μ.Χ. αιώνες κατακτήθηκε και κατοικήθηκε από νομαδικές φυλές. Πολλοί πιστεύουν ότι εκεί βρίσκεται και ο τόπος ταφής του Αττίλα. Κανείς δεν γνωρίζει εάν ο Αλαντάρ ήταν απόγονος του βασιλιά των Ούνων αλλά, σίγουρα, διέθετε κάτι από τη δική του μαχητικότητα.

Στα μέσα του 20ού αιώνα, η ξιφασκία ήταν στην Ουγγαρία ό,τι και το σούμο στην Ιαπωνία ή το ράγκμπι στη Νέα Ζηλανδία. Ετσι, ο Αλαντάρ από μικρό παιδί αντί να παίζει με τα στρατιωτάκια βρέθηκε να αγωνίζεται με ξίφη, στρατιώτης για την εθνική ομάδα της πατρίδας του.

Ηταν μόλις 22 ετών όταν φόρεσε στο στήθος το ουγγρικό εθνόσημο και μαζί με τους άλλους αθλητές της χώρας των Μαγυάρων ταξίδεψε για το Λος Αντζελες προκειμένου να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1932. Στην ίδια ομάδα ήταν και η 26χρονη Ερνα Μπόγκεν, κόρη του Αλμπερτ Μπόγκεν, ο οποίος το 1912 είχε κατακτήσει ασημένιο μετάλλιο στο ομαδικό της σπάθης στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης (1912).

Η Ερνα γοήτευσε τον 22χρονο και ανάμεσα στους δύο νέους αναπτύχθηκε ένας μεγάλος έρωτας. Η 26χρονη ξιφομάχος αναδείχθηκε τρίτη στο ξίφος ασκήσεως. Ο Αλαντάρ Γκέρεβιτς φόρεσε στο στήθος το πρώτο του χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο. Επόμενος στόχος του πρωταθλητή ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1936 (Βερολίνο). Στο μεταξύ, παντρεύεται με την αγαπημένη του, την Ερνα.

Στη γερμανική πόλη, οι αγώνες διεξήχθησαν στη σπάθη και στο ξίφος ασκήσεως. Στο ατομικό της σπάθης, ο Αλαντάρ κατέκτησε χάλκινο μετάλλιο, ενώ στο ομαδικό ξεχώρισε για τη μαχητικότητά του και ήταν ο βασικός συντελεστής της πρωτιάς που κατέκτησε η Ουγγαρία στη διοργάνωση.

Τα σύννεφα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που εξαπλώθηκαν σιγά σιγά σε όλη την Ευρώπη είχαν ακόμη ένα… θύμα: τον αθλητισμό. Ούτε το 1940 ούτε το 1944 διεξήχθησαν Ολυμπιακοί Αγώνες. Ολοι οι σπουδαίοι αθλητές ξέχασαν τον αθλητισμό, ενώ αρκετοί από αυτούς βρέθηκαν και σε πεδία μάχης.

Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σηματοδότησε και την επιστροφή των νέων στους αθλητικούς χώρους. Ο Αλαντάρ Γκέρεβιτς αγωνίζεται στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1947 και βοηθάει τη χώρα του για να κατακτήσει την πρώτη θέση στο ομαδικό της σπάθης. Και φτάνει η ώρα των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου (1948). Η φήμη των ικανοτήτων του Ούγγρου ξιφομάχου έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο και στη Μεγάλη Βρετανία την επιβεβαίωσε. Ηταν 38 ετών και, παρά την αποχή, βρισκόταν σε άριστη αγωνιστική κατάσταση. Αγωνίστηκε σα να ήθελε να πάρει εκδίκηση για τις δύο ολυμπιακές διοργανώσεις που, εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων, έμεινε μακριά από το αγαπημένο του άθλημα. Κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο ατομικό πετυχαίνοντας μόνο νίκες. Τη μεγάλη επιτυχία του, τη συμπλήρωσε με την πρωτιά και στο ομαδικό. Ολοι έλεγαν ότι είναι ανίκητος.

Πόλος έλξης για τους φιλάθλους

Το 1948 ήταν μία από τις τυχερές χρονιές στη ζωή του Αλαντάρ Γκέρεβιτς. Εκτός από τα δύο χρυσά ολυμπιακά μετάλλια, στις 10 Αυγούστου απέκτησε τον ένα από τους δύο γιους του, τον Πολ.

Η χρυσή πορεία του Αλαντάρ -και της Ουγγαρίας- στην ξιφασκία συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1951, ο ξιφομάχος συνέλεξε ακόμη δύο χρυσά μετάλλια. Την ίδια χρονιά, η ομοσπονδία ξιφασκίας της ΕΣΣΔ προσκάλεσε τον Γκέρεβιτς στη Μόσχα για να πραγματοποιήσει κοινή προετοιμασία με τους Ρώσους αθλητές. Οι ξιφομάχοι της Σοβιετικής Ενωσης ενθουσιάστηκαν από την αγάπη του Γκέρεβιτς για την ξιφασκία αλλά και από την προσπάθεια που κατέβαλε για να τους μυήσει στα μυστικά του αθλήματος. Πολλές φορές, την προπόνηση στο γυμναστήριο «Στρόιτελ» παρακολουθούσαν και πολίτες προκειμένου να δουν από κοντά τον φημισμένο Ολυμπιονίκη.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1952 αποτέλεσαν έναν ακόμα σταθμό στη ζωή του αθλητή. Στη διοργάνωση του Ελσίνκι, οι ουγγρικές σπάθες κυριάρχησαν. Στο ατομικό, στις τρεις πρώτες θέσεις πλασαρίστηκαν οι Πολ Κόβατς, Αλαντάρ Γκέρεβιτς και Τίμπορ Μπερτζέλι, ενώ στο ομαδικό συνέτριψαν τους βασικούς τους αντιπάλους, τους Ιταλούς.

Στο παγκόσμιο του 1953 ο Αλαντάρ πρόσθεσε ακόμη δύο χρυσά μετάλλια στη συλλογή του (ατομικό και ομαδικό) και τις επόμενες χρονιές (1954, 1955) η Ουγγαρία διατήρησε, χάρη και στον Γκέρεβιτς τον… θρόνο της στη διεθνή ξιφασκία.

Εκείνη την εποχή ο Αλαντάρ Γκέρεβιτς αφιέρωνε τον περισσότερο από τον χρόνο του στην ξιφασκία. Οχι μόνο ως αθλητής. Με απίστευτη υπομονή βοηθούσε τη νέα γενιά των Ούγγρων ξιφομάχων για να συνεχίσουν τη χρυσή ιστορία της χώρας στο άθλημα των σπαθιών.

Ολυμπιονίκης στα 50 του, αθλητής για μια ζωή

Το 1956, ο Αλαντάρ Γκέρεβιτς ήταν 46 ετών. Παρά την ηλικία του εξακολουθούσε να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους ξιφομάχους του κόσμου. Μία θέση στην ομάδα της Μελβούρνης του ανήκει.

Στην Αυστραλία, η χρυσή συλλογή συνεχίστηκε. Μπορεί στο ατομικό ο Αλαντάρ να πλασαρίστηκε στην 5η θέση, στο ομαδικό, όμως, η Ουγγαρία θριάμβευσε και οι έξι ξιφομάχοι της ανέβηκαν στην πρώτη θέση του βάθρου. Την ίδια θέση διατήρησαν και στα παγκόσμια πρωταθλήματα του 1957 και του 1958. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960, ο Γκέρεβιτς έχει συμπληρώσει μισό αιώνα ζωής. Οι Ούγγροι δεν θέλουν να τους εκπροσωπήσει στη διοργάνωση γιατί πιστεύουν ότι είναι μεγάλος. Η σπάθη απαιτεί υψηλή ταχύτητα, αντοχή και δύναμη, στοιχεία που δεν διαθέτει ένας πενηντάχρονος. Ο Αλαντάρ μονομάχησε με τους υπόλοιπους που διεκδικούσαν μία θέση στην ομάδα, τους κέρδισε όλους και πήρε με το… σπαθί του το «εισιτήριο» για τη Ρώμη. Εκεί φόρεσε στον λαιμό του το τελευταίο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο της λαμπρής καριέρας του. Από το 1960 χρειάστηκε να περάσουν 18 χρόνια για να ξαναβρεθεί η Ουγγαρία στην πρώτη θέση του ολυμπιακού βάθρου στη σπάθη. Ο Αλαντάρ Γκέρεβιτς δεν ασχολήθηκε ποτέ επαγγελματικά ως προπονητής. Καθημερινά, όμως, πήγαινε στο γυμναστήριο για να βοηθήσει τη νέα γενιά ξιφασκίας ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν και οι δύο γιοι του, Πολ και Ντιέρντ.

Ο Πολ ακολούθησε την ολυμπιακή καριέρα του πατέρα του. Διακρίθηκε στο ομαδικό της σπάθης, το 1972 και το 1980, ενώ ήταν μέλος στις ουγγρικές ομάδες που κατέκτησαν παγκόσμια πρωταθλήματα το 1973, το 1978, το 1981 και το 1982. Ηρθε 2ος στο πρωτάθλημα κόσμου το 1975 και τρίτος το 1977.

Ο μεγάλος Ούγγρος ξιφομάχος έφυγε από τη ζωή το 1991. Πρόκειται για τον μοναδικό αθλητή που πρωταγωνίστησε για περισσότερα από 28 χρόνια σε ένα άθλημα.