ΜΠΑΣΚΕΤ

Σύγκρουση δύο «αυτοκρατοριών»

09s30basket
aris-pao-ukic

Ακόμα κι αν η αγωνιστική διαφορά του Παναθηναϊκού και του Αρη, που θα διεκδικήσουν το τρόπαιο του Κυπέλλου στον σημερινό (19.45, ΔΤ) τελικό, είναι πολύ μεγάλη, δεν μπορεί να «θαμπώσει» τη λάμψη ονομάτων και παράδοσης δύο «αυτοκρατόρων» του ελληνικού μπάσκετ στο γήπεδο «Δυο Αοράκια» του Ηρακλείου.

Σε διαφορετικές δεκαετίες, αλλά με την ίδια, σχεδόν, συνέπεια, ο Παναθηναϊκός και ο Αρης έχουν να επιδείξουν συλλογή συνεχόμενων τίτλων στον θεσμό του Κυπέλλου, ενώ η ιστορική διαδρομή τους, επιβεβαιώνει τη διαχρονική διεκδίκηση του τροπαίου. Ο Παναθηναϊκός είναι ο πολυνίκης του θεσμού, με 14 κατακτήσεις (18 τελικοί – 9 συνεχόμενοι), εκ των οποίων οι οκτώ σε διάστημα 10 χρόνων (2003 – 2013), ενώ ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος για πέντε συνεχόμενα χρόνια (2005-2009).

Ο Αρης έχει την τρίτη θέση στη λίστα των Κυπελλούχων, με οκτώ κατακτήσεις, πίσω από τον Ολυμπιακό που έχει μια περισσότερη, ενώ για 4 συνεχόμενα χρόνια (1987-90), οι παίκτες του σήκωναν το τρόπαιο.

Οι αριθμοί ωχριούν, όμως, όταν συγκρίνονται με τη συναρπαστικότητα που είχαν και οι τέσσερις προηγούμενοι τελικοί Αρη – Παναθηναϊκού. Πριν από 29 χρόνια, στο ΣΕΦ, ο Αρης άρχισε να δημιουργεί τη μεγαλειώδη εποχή του στο ελληνικό μπάσκετ. Το δίδυμο Γκάλη – Γιαννάκη μεσουρανούσε και ο τελικός εξελίχθηκε σε «μονομαχία» των «διόσκουρων». Οι 37 πόντοι (8 τρίποντα) από τον Γιαννάκη και οι 33 πόντοι του Γκάλη, οδήγησαν τον Αρη στην εύκολη επικράτηση κόντρα στον Παναθηναϊκό, με διαφορά 16 πόντων (86-70). Ουσιαστικά, ο κύκλος της «δυναστείας» του ΠΑΟ είχε ολοκληρωθεί και παρά την κατάκτηση του Κυπέλλου, το 1986, κόντρα στον Ολυμπιακό, οι «πράσινοι» έπαιξαν ξανά σε τελικό, το 1993, ξανά στο ΣΕΦ. Απέναντί τους, είχε παραταχθεί και πάλι ο Αρης.

Αυτός ήταν και ο συγκλονιστικότερος τελικός από το ίδιο ζευγάρι για περισσότερους από έναν λόγους. Οι εποχές στο ελληνικό μπάσκετ είχαν αρχίσει να αλλάζουν ξανά, με τον Παναθηναϊκό να επιστρέφει στη διεκδίκηση τίτλων και την «αυτοκρατορία» του Αρη να βρίσκεται στη «δύση» της. Στον τελικό αυτό και σε αντίθεση με το… σόου που είχαν δώσει, ως συμπαίκτες στον προηγούμενο (70 πόντοι συνολικά), Γκάλης και Γιαννάκης ήταν αντίπαλοι. Ο πρώτος φορούσε τα «πράσινα» και ο δεύτερος, μαζί με τον Σούμποτιτς, συνέχιζε να υπερασπίζεται την «αυτοκρατορία» της Θεσσαλονίκης. Ο εγωισμός και των δύο «ξεχείλιζε» πάνω στο παρκέ και η νέα «μονομαχία» τους, ήταν πανομοιότυπη με αυτές που είχαν δώσει στη δεκαετία του ‘80, όταν ο Γιαννάκης έπαιζε στον Ιωνικό Νικαίας και ο Γκάλης φορούσε τη φανέλα του Αρη. Το… «κοντέρ» του Γκάλη, εκείνο το βράδυ της 15ης Μαΐου 1993, είχε γράψει 36 πόντους, αυτό του Γιαννάκη 30 πόντους και ο Παναθηναϊκός είχε νικήσει δύσκολα (96-89). Στο κοντράστ των συναισθημάτων εκείνου του τελικού, εκτός από την παρουσία του Γκάλη με το «τριφύλλι», είχε προστεθεί κι αυτό του Μέμου Ιωάννου που ήταν παίκτης – σύμβολο του Παναθηναϊκού, αλλά και αντίπαλός του. Για μία και μοναδική συμμετοχή, ο Αρης ενισχύθηκε με τον Αμερικανό, Ρίτζι Θίους που αναχώρησε την επόμενη ημέρα του τελικού. Κύλησαν δέκα χρόνια για να βρεθούν αντιμέτωπες οι δύο «αυτοκρατορίες» στον τελικό του φάιναλ φορ της Λάρισας, το 2003 και ενώ είχε μεσολαβήσει ο ημιτελικός του ‘98 και η εύκολη επικράτηση του Αρη.

Ο Παναθηναϊκός με προπονητή τον Ομπράντοβιτς, είχε εδραιωθεί στην κορυφή του πρωταθλήματος και έχοντας κορυφαίους τους Αλβέρτη (22π.) και Κουτλουάι (20π.), «λύγισε» τον αξιόμαχο Αρη, ο οποίος εξέπεμπε την «αύρα» της άλλοτε κραταιάς ομάδας.

Το 2005 ξανά στην Κρήτη, Παναθηναϊκός και Αρης βρέθηκαν για τελευταία φορά αντιμέτωποι στον τελικό και οι «πράσινοι», παρά την υπεροπλία τους, είχαν επικρατήσει δύσκολα (72-68). Εκτοτε μεγαλούργησαν στους 8 τελικούς που ακολούθησαν με άλλους αντιπάλους (Ολυμπιακός 6 φορές, Μαρούσι, Ρέθυμνο).