ΠΟΛΗ

Θηρευτής και συλλέκτης εικόνων

Εγκαταλελειμμένο βενζινάδικο στους Σιταγρούς. Φωτ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ

Η μια φωτογραφία δίπλα στην άλλη και λίγο λίγο σχηματίζεται αυτό το παλίμψηστο που λαχταράει κανείς να δει ή να νιώσει όταν ταξιδεύει στον κορμό της Ελλάδας. Συχνά, από το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου αστράφτει για λίγα δευτερόλεπτα ένα έρημο σπίτι μόνο στη δημοσιά και ξέρεις ότι αν λοξοδρομήσεις και ακολουθήσεις τις ξεθωριασμένες μπλε πινακίδες από τα χρόνια του ’70 ή του ’80 θα οδηγηθείς σε κόσμους που ψιθυρίζουν ιστορίες. Μακριά από τα φώτα, κοντά σε βουβές κρήνες και καφενεία με χλωμό φως.

Χαρακτηριστική πρόσοψη πολυκατοικίας με χρωματική αρμονία σε μπλε και κίτρινο στην πλατεία Ναυαρίνου στη Θεσσαλονίκη.

Παρακολουθώντας τον κόσμο που εξυφαίνει φωτογραφία τη φωτογραφία ο Στέφανος Πασβάντης ένιωσα πως γινόμουν μάρτυρας μιας νέας εγκυκλοπαίδειας βασικής πατριδογνωσίας και πως ανάμεσα στις πολλές και αισθησιακά ακριβείς και όμορφες φωτογραφίες του ξετυλιγόταν μια νέα αφήγηση. Οι πόλεις, οι κωμοπόλεις και τα χωριά της Βόρειας Ελλάδας ανελκύονταν σαν μέσα από ψυχικά πετρώματα, μέσα από λαγούμια μνήμης και ορυχεία ανασκαφής κοινών αισθημάτων. Μια νεότευκτη μυθολογία αναδυόταν από τα χώματα της Μακεδονίας και της Θράκης, σπίτια έβγαιναν ξανά στο φως, θυρώματα και τόξα, ένθετες επιγραφές, επιστύλια, σπαράγματα και θυρεοί, επίκρανα και γείσα, σμιλεμένα όλα στο φως και στην αγάπη των ανθρώπων.

Εξοικειωμένος με την ελκυστική εμμονή του Στέφανου Πασβάντη να ολοκληρώσει μία αχανή τοιχογραφία αρχιτεκτονικών τεκμηρίων και ιστορικών καταλοίπων, ένιωσα την ανάγκη να τον συναντήσω στη Θεσσαλονίκη. Θεσσαλονικιός ο ίδιος έχει οργανώσει μια βαθιά και θερμή ζώνη ως ενδοχώρα δράση στο βόρειο τόξο της χώρας. «Φωτογραφικά με ενδιαφέρει όλη η Ελλάδα, φωτογραφίζω κυρίως στη Βόρειο Ελλάδα, από Ηπειρο μέχρι Θράκη, γιατί σε αυτές τις περιοχές συνήθως κινούμαι», λέει ο Στέφανος Πασβάντης. «Ωστόσο έχω μια εμμονή με τη Θεσσαλονίκη, το σπίτι μου, και την Ανατολική Μακεδονία, τόπο γέννησης των γονιών μου, την οποία θεωρώ την αυλή του σπιτιού μου».

Τον παρατηρώ μέσα στην απλότητα και στην ανιδιοτέλειά του, είναι φανερό πως τα πράγματα προχωρούν από ανθρώπους παθιασμένους και φλογισμένους από αυτό που υπηρετούν. Ηδη, το αρχείο του είναι αχανές και το μέλλον του δεν τον έχει απασχολήσει σοβαρά καθώς συνεχίζει να το εμπλουτίζει. «Δεν με έχει απασχολήσει προς το παρόν η μοίρα του αρχείου μου το οποίο είναι γεγονός ότι καθημερινά μεγαλώνει, ούτε υπήρξε κάποια πρόταση για αξιοποίησή του, ωστόσο όποτε μου ζητήθηκε ποτέ δεν αρνήθηκα τη χρήση των φωτογραφιών μου, και βέβαια στο Διαδίκτυο κυκλοφορούν χιλιάδες φωτογραφίες μου με το όνομά μου ή και χωρίς αυτό, στις οποίες έχουν πρόσβαση όλοι». Ο Στέφανος Πασβάντης ανήκει στον αστερισμό των ευγενών ερασιτεχνών. Αν μπορεί κανείς να ονομάσει ερασιτεχνισμό την ευεργεσία. Γέννημα-θρέμμα της Θεσσαλονίκης, τα τελευταία δέκα χρόνια είναι υπάλληλος του ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ), στο κατάστημα της Αριστοτέλους. Τον συνάντησα εκεί κοντά, με το ευεργετικό αεράκι της θάλασσας, ένα απόγευμα. «Η καθημερινή επαφή με τα μνημεία της πόλης, όλων των εποχών και η φοβερή θέα του Ολύμπου, όταν αυτός είναι ορατός, είναι αναζωογονητική και συνεχής έμπνευση για μένα», μου λέει. 

Η καπνοδόχος στο Ιμαρέτ της Καβάλας.

 

Η υβριδική αγάπη του για το σύνολο του πολιτισμού, για όλη τη λόγια και παραδοσιακή παραγωγή αλλά και για το διαχρονικό αποτύπωμα από τους αρχαίους ώς τους πρόσφατους χρόνους, έχει προικίσει το φωτογραφικό αρχείο του με σημαντικές ποιότητες. Με συγκινεί ο τρόπος που φωτογραφίζει τη Θεσσαλονίκη ή την Καβάλα, με όλη την υγρασία της αστικής αποθέωσης των αρχιτεκτονικών μορφών αλλά και η προσέγγιση στα μεσαίου μεγέθους αστικά κέντρα, στη διαρκή μελαγχολία και ευδαίμονα ταυτόχρονα παρακαταθήκη της Ξάνθης, της Δράμας και των Σερρών. Μαζί ανελκύει από την ανωνυμία (για το πανελλήνιο) τιμημένες κωμοπόλεις και χωριά, προσδιορίζει και τιμάει διαδρομές προγονικές συνδεδεμένες με την ακμή και την προκοπή εμπορικών δραστηριοτήτων και κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Πρόσφατα παρατηρούσα τις φωτογραφίες του από τη Νιγρίτα και είχα την αίσθηση ότι ξαναγραφόταν το προφίλ της πόλης. Η επαναμυθολόγηση των τόπων, σπουδαία ιστορία.

Τούβλινο διώροφο σπίτι στην Πεντάπολη Σερρών.

«Πηγή έμπνευσης»

«Οι πόλεις, οι κωμοπόλεις, τα χωριά είναι αστείρευτη πηγή έμπνευσης», λέει ο Στέφανος Πασβάντης. «Το καλύτερό μου είναι πάντα να λοξοδρομώ από την εκάστοτε πορεία μου και να ανακαλύπτω αυτούς τους υπέροχους οικισμούς με τα εύηχα ονόματα, Δοξάτο, Ροδολίβος, Νικηφόρος, Πεντάπολη, Αλιστράτη, Αδριανή, Μικρόπολη, Σιταγροί… Ακόμα σε αυτούς μπορείς να ανιχνεύσεις την ακμή του τέλους του 19ου αιώνα και του Μεσοπολέμου, τη μεταπολεμική παρακμή όπως και τον νεοπλουτισμό των τελευταίων δεκαετιών». Εχει ταλέντο να αναδεικνύει τη λεπτομέρεια, τις επιγραφές και τις σφραγίδες σε μορφή μοτίβων και συμβόλων, να οργανώνει εκ νέου το βλέμμα στην παράλληλη ιστόρηση.

«Από πολύ παλιά επιθυμούσα να καταγράψω φωτογραφικά τα μνημεία, τα κτίρια, κάθε γωνιά της πόλης, τις αλλαγές και τις μεταμορφώσεις της, τον Ολυμπο τα πρωινά», αφηγείται. «Αργησα, ουσιαστικά άρχισα να φωτογραφίζω από το 2015 με ένα κινητό αρχικά, στη συνέχεια με ένα καλύτερο και αργότερα επιτέλους με μια κάμερα Canon dslr. Κάποια στιγμή άρχισα να αναρτώ υλικό σε κάποιες ωραίες ομάδες στο Facebook. Υπήρξε ανταπόκριση, κάποιες φορές ενθουσιώδης». 

Ο Στέφανος Πασβάντης παρακολούθησε για δύο εξάμηνα το 2002 μαθήματα φωτογραφίας στο Πολιτιστικό ΙΕΚ της Θεσσαλονίκης, και το 2019 ένα κύκλο μαθημάτων της Μαρίας Θαμνίδου. «Υπήρχε ωστόσο ένα υπόβαθρο, η αγάπη για την τέχνη, την αρχαιολογία, την ιστορία, μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης που στα μάτια μου μεταμορφώνει τα πάντα και δίνει νόημα σε κάθε τοίχο, σε κάθε ερείπιο, σε κάθε κτίσμα, ασήμαντο ή μεγαλοπρεπές».

Οθωμανική επιγραφή σε παλιό κατάστημα της Δράμας επί της 19ης Μαΐου.

Η ανάδυση ενός ολόκληρου κόσμου στην προθήκη του βλέμματος

Στα όρια σχεδόν μιας αδηφάγου ανάγκης πλήρους χαρτογράφησης, ο φωτογραφικός κόσμος του Στέφανου Πασβάντη διασώζει τη διαδρομή, το παρελθόν και το παρόν πλήθους τοπωνυμίων. «Αποτυπώνω συνήθως κτίσματα, σε όποια κατάσταση και αν βρίσκονται, μεμονωμένα ή ενταγμένα στο περιβάλλον τους. Προσπαθώ να συλλάβω την προσωπικότητα, την αύρα τους, την αρχική τους λάμψη, τη φθορά τους, τη ζωή τους. Αποτυπώνω κατασκευαστικές λεπτομέρειες, πόρτες, κιγκλιδώματα, επιγραφές, διακοσμήσεις, γενικές εικόνες, οτιδήποτε μπορεί να διασώσει τη μορφή τους, να συμβάλει στην κατανόηση της εποχής τους και των αναγκών των αρχικών ή μεταγενέστερων ιδιοκτητών τους». Χάρη στη δική του προτροπή πήγα και φωτογράφισα τη Γαλάτιστα και άφησα για την επόμενη φορά την Πεντάπολη Σερρών. 

Πορτρέτο του ιδιοκτήτη Νικολάου Πριμικύρη από τη Λάιστα Ιωαννίνων σε καπναποθήκη της Καβάλας (κτίσμα του 1886). 

Η επιτυχία του Στέφανου Πασβάντη είναι η σταθερότητα της επιθυμίας του. «Πλησιάζω με ένα σεβασμό θα έλεγα, σχεδόν σαν εραστής, σίγουρος ή έστω υποψήφιος, κάποτε αργά, κάποτε βιαστικά, με μια επιθυμία να γνωρίσω, να ανακαλύψω κάθε γωνιά κάθε αθέατο σημείο, να κατακτήσω τελικά το σύνολο. Πάντοτε φαντάζομαι τις καλές τους μέρες, παιδιά, γυναίκες και άντρες να γελούν, να εργάζονται, να μιλούν, να ζουν τους έρωτές τους. Η διάθεση της στιγμής, το φως, η σκιά, οι καιρικές συνθήκες παίζουν καθοριστικό ρόλο, όπως και ο παράγων τύχη. Προσπαθώ να αποτυπώσω αυτό που βλέπω αν είναι δυνατόν συναισθηματικά, έτσι ώστε ο θεατής των φωτογραφιών να αισθανθεί κάτι, να νιώσει την αύρα του κτίσματος, να γίνει μέτοχος της μοίρας του». 

Γωνία με χρονολογία 1897 σε κατάστημα στο εμπορικό κέντρο της Δράμας. 

Παρατηρώ το αποτέλεσμα των φωτογραφικών περιπλανήσεων του Στέφανου Πασβάντη και γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι αυτό το πάθος υπήρχε από την παιδική και εφηβική ηλικία, μεταμφιεσμένο στην αναζήτηση συλλογών και στην ισόβια ανάγκη του βιβλίου. Η φυσική και πνευματική περιέργεια είναι ένα διαρκές κίνητρο. «Θα έλεγα ότι είμαι ένας ακόρεστος θηρευτής και συλλέκτης εικόνων, από τις εικονογραφήσεις του Τάσσου και του Γραμματόπουλου στα αναγνωστικά, τα Κλασικά Εικονογραφημένα και τις συλλογές γραμματοσήμων, πάθος μου μέχρι την ηλικία των 12 ετών, τα χιλιάδες βιβλία τέχνης της βιβλιοθήκης μου, μέχρι και τις χιλιάδες φωτογραφικές μου λήψεις των τελευταίων ετών». 

Αυτές οι λήψεις είναι ένα κεφάλαιο. Συνθέτουν την εκ νέου ιεράρχηση του πολιτιστικού τοπίου και δικαιώνουν γενιές και γενιές λησμονημένων εργατών της γης, των επιχειρήσεων, του πνεύματος. Η επαναμυθολόγηση του τόπου είναι μια υπηρεσία εθνικού διαμετρήματος.