ΠΟΛΗ

Το μικρό εκκλησάκι στην οδό Ευαγγελιστρίας

to-mikro-ekklisaki-stin-odo-eyaggelistrias0

Αν πάρει κανείς την οδό Ρόμβης από την Κολοκοτρώνη και κινηθεί μετά προς την Περικλέους, αν βρεθεί, δηλαδή, στην καρδιά του παλιού εμπορικού κόσμου της Αθήνας, θα συναντήσει την οδό Κτενά. Είναι μια μικρή οδός, γνωστή στους γειτόνους της, αλλά όχι τόσο ξακουστή όσο η Ευαγγελιστρίας, στην οποία καταλήγει ακολουθώντας την τροχιά μιας κούρμπας, σχηματίζοντας ένα είδος cul-de-sac. Η Ευαγγελιστρίας είναι πλέον πεζόδρομος και η Κτενά, με ανάκατα τα νεοκλασικά της με τα κτίρια γραφείων, διασώζει μια μνήμη αταξινόμητη αλλά βαθιά οικεία.

Υπάρχει μια αίσθηση συνέχειας σε αυτούς τους δρόμους, παλίμψηστα σωστά στρώσεων Ιστορίας. Περπατάω στην Περικλέους και νιώθω πως, κάτω από την άσφαλτο και τα κτίρια, υπάρχουν οι άλλοι Αθηναίοι, τα υπολείμματα της ζωής τους, αιώνες πριν ή και λίγες δεκαετίες πιο πίσω. Αυτοί οι δρόμοι έζησαν για πολλά χρόνια για να εξυπηρετούν τους ανθρώπους, μαγαζιά και αποθήκες, καφενεία σε στοές και μαγέρικα σε ημιυπόγεια, ραφτάδικα σε ορόφους, εμπορία χάρτου και μαλλιά για πλέξιμο. Οσμίζομαι όσα έχουν απομείνει, και εκεί στην Κτενά, εκεί που ο δρόμος λυγάει για να βγει στην Ευαγγελιστρίας, υπάρχει μια ανακωχή θορύβου και κίνησης.

Στιγμιαία ήρθαν στον νου εικόνες από μικρές ευρωπαϊκές πόλεις, μια συναίρεση εκείνης της συνεκτικής αίσθησης των φιλήσυχων προσόψεων, της ανθρώπινης κουβέντας, μιας μυρωδιάς από μαγειρεμένο φαγητό. Υπήρχαν, πράγματι, τραπέζια. Εκείνη τη μέρα ο κόσμος έτρωγε ελεύθερα έξω. Ο ήχος από τα ποτήρια, τα μαχαιροπίρουνα, το πηγαινέλα, ήταν γλυκός και διακριτικός και έτσι κοντοστάθηκα για να ρουφήξω όσα πρόφερε αυτή η αθηναϊκή συνθήκη.

to-mikro-ekklisaki-stin-odo-eyaggelistrias0
Πόρτα στην Παναγία της Ρόμβης, στην οδό Ευαγγελιστρίας. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ)

Και εκεί δίπλα είδα το εκκλησάκι, σεμνό και ταπεινό, μια ευγενής υπενθύμιση ενός άλλου μέτρου. Εστεκε ασάλευτο και από εκεί που στεκόμουν έβλεπα την πίσω όψη του. Ηταν η Παναγία της Ρόμβης, μια από τις μικρές, ιστορικές εκκλησίες της Αθήνας, από εκείνες που διασώθηκαν από τις ρυμοτομήσεις του 19ου αιώνα. Η πορτούλα που έβλεπα στην πίσω όψη είχε όλη εκείνη την οικονομία της απλής ζωής. Ηταν μονόφυλλη, με τη σοφία της καθημερινής χρήσης. Αν και τόσο κεντρικός, λίγοι Αθηναίοι γνωρίζουν αυτόν τον μικρό ναό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, χτισμένο αρχικά στα βυζαντινά χρόνια, και αργότερα, με προσθήκες, μετατροπές, σπόλια και θραύσματα, έγινε αυτό που είναι σήμερα. 

Πώς θα ήταν άραγε αυτό το εκκλησάκι στα χρόνια πριν από την Επανάσταση; Θα είχε κίνηση ολόγυρα; Θα ήταν κομμάτι της κοινωνικής ζωής των Αθηναίων ή θα ήταν πιο απόμερο και μισοξεχασμένο; Σκέφτηκα όλα τα εκκλησάκια που επέζησαν, όπως τον Αη Γιάννη της Κολώνας στην Ευριπίδου, και σώζονται σφηνωμένα ανάμεσα στα μεγάλα κτίρια γραφείων και τα αστικά νεοκλασικά του 1900. 

Αρχισα να παρατηρώ την Παναγία της Ρόμβης και την έφερα βόλτα ολόγυρα ώς την είσοδο, επί της Ευαγγελιστρίας. Με γοήτευε ότι ολόγυρα υπήρχαν τόσα καταστήματα και εστιατόρια και καφέ και η αντίθεση μεγάλωνε την ταπεινότητα του ναού. Εσφιγγε την εκκλησούλα η σύγχρονη Αθήνα με τα πλήθη της και τους θορύβους της. Και έστεκε αυτό το ναΰδριο εκεί μόνο, με τους δικούς του πιστούς να ξέρουν τον δρόμο, τυλιγμένο από σιωπή, τουλάχιστον εκείνη την ώρα. 

Είχα στον νου την πόρτα που είχα πρωτοδεί στην πίσω όψη στην οδό Κτενά, να στέκει εκεί ποιος ξέρει από πότε. Με είχε συγκινήσει η απουσία κάθε επιτήδευσης ή αισθητικής εξωστρέφειας. Και όμως, ήταν μια πόρτα της Αθήνας, κομμάτι μιας μακράς ιστορίας, ένα ξυλόγλυπτο θύρωμα από τα πολλά, όμοιο με αυτά που ξεχαρβαλώθηκαν ή σάπισαν ή έγιναν ανεπιθύμητα, σαν τους ανθρώπους και αυτά.