ΒΙΒΛΙΟ

Το Αφεντικό και η ανθρώπινη μοίρα

Το Αφεντικό και η ανθρώπινη μοίρα

ΡΟΜΠΕΡΤ ΠΕΝ ΓΟΥΟΡΕΝ
Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά
εκδ. Πόλις
μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 554
 
Αν λέγαμε ότι κάθε πολιτικός στον κόσμο, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης, θα έπρεπε να διαβάσει το «Ολοι οι άνθρωποι του βασιλιά» του Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν, μάλλον θα αδικούσαμε τον Αμερικανό συγγραφέα και το έργο του. Διότι το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1946 και τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ την αμέσως επόμενη χρονιά είναι πολύ περισσότερα από ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Η καινούργια ελληνική μετάφρασή του της Αθηνάς Δημητριάδου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, είναι ευκαιρία για τον καθένα να έρθει σε επαφή με αυτό το σπουδαίο έργο και να εξερευνήσει τις (πολλές) πτυχές του.

Αφηγητής, σε πρώτο πρόσωπο, είναι ο Τζακ Μπέρντεν, ένας σαραντάρης πρώην δημοσιογράφος, ο οποίος βρίσκεται πλέον στην υπηρεσία του «Αφεντικού», Γουίλι Σταρκ. Ο τελευταίος δεν είναι κάποιος «νονός» της μαφίας, όπως αφήνουν να εννοηθεί οι πρώτες σελίδες, αλλά κυβερνήτης σε μια πολιτεία του αμερικανικού Νότου, κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1930. Ανθρωπος προερχόμενος από τα λαϊκά στρώματα, ο Σταρκ ανέρχεται στην εξουσία με ένα συνδυασμό ικανότητας και τύχης, βάζοντας σκοπό να υπηρετήσει το κοινωνικό σύνολο. Στην πορεία ο ιδεαλισμός συγκρούεται μέσα του με τη σκληρή καθημερινότητα της πολιτικής, αναδεικνύοντας αυτόν που σήμερα πολλοί θα όριζαν ως λαϊκιστή ηγέτη· στην πραγματικότητα πρόκειται για τη μόνιμη «αδικία» του ανθρώπου που καλείται να διαχειριστεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον ίδιο, με τα «σκάγια» να παίρνουν και όλους τους γύρω του.

Ενας από αυτούς είναι φυσικά και ο Τζακ Μπέρντεν, στον οποίο θα ανατεθεί μια δύσκολη αποστολή: να βρει στοιχεία εναντίον του αδιάφθορου ηλικιωμένου δικαστή Μόνταγκιου Ιρβινγκ, που πηγαίνει κόντρα στα συμφέροντα του Αφεντικού. Η προσωπική σχέση του Τζακ με τον δικαστή θα τον οδηγήσει –και εμάς μαζί– σε ένα συνειρμικό ταξίδι στην εποχή της νεότητάς του, με τις ελπίδες και τις ματαιώσεις της. 

to-afentiko-kai-i-anthropini-moira0Πέραν των αυτονόητων ηθικών προεκτάσεων της ιστορίας, το βιβλίο είναι πριν από όλα μια ελεγεία πάνω στο βάρος του παρελθόντος, του ίδιου του Χρόνου και των γεγονότων που θέτουν σε κίνηση την «πλοκή» της συλλογικής μας περιπέτειας. Ο ίδιος ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του, το ονομάζει «Μεγάλο Σπασμό» και το εξυψώνει σε θεϊκά επίπεδα μέσα από μια μοναδική διαδικασία ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας.

Γενικώς ολόκληρο το μυθιστόρημα μοιάζει με συνεχή μάχη, ένας εναγώνιος πόλεμος μεταξύ ελπίδων και σκληρής πραγματικότητας. Ολα αυτά τοποθετημένα στη μοναδική ατμόσφαιρα του αμερικανικού Νότου και μέσα από μια γλώσσα που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και στον φιλοσοφικό στοχασμό, αποτελώντας ίσως το μεγαλύτερο ατού του συνόλου: «…και μ’ αυτά τα λόγια βρόντησα ξοπίσω μου την πόρτα και κατέβηκα τρέχοντας και σκουντουφλώντας τη σκοτεινή σκάλα, διότι μιλάμε για πολυκατοικία, όπου, άμα καεί ένας γλόμπος, δεν αλλάζει ποτέ κανείς και πάντα σε κάποιο κεφαλόσκαλο θα σκοντάψεις σε κάποιο παιδικό αυτοκινητάκι και το χαλί έχει μείνει λουρίδες και ο αέρας μυρίζει μούχλα και σκυλιά και πάνες και λάχανο και γριές και καμένο λίπος και αιώνια ανθρώπινη μοίρα».

Το ακόμα καλύτερο είναι πως οι περιγραφές, ακόμα και το στυλ της αφήγησης, αλλάζουν συνεχώς μορφή. Πότε ακολουθούν τους ρυθμούς πολιτικού θρίλερ, όταν π.χ. ο κυβερνήτης με την κουστωδία του τρέχει σαν τον άνεμο με τη μαύρη Κάντιλακ για να προλάβει τις εξελίξεις· πότε μοιάζει με δημοσιογραφική – ιστορική έρευνα, ενώ σε μία τουλάχιστον περίπτωση, όταν ο πρωταγωνιστής πραγματοποιεί ένα φρενιασμένο ταξίδι-αστραπή στα δυτικά, παίρνει τη μορφή ψυχεδελικής «beat» καταγραφής. 
Φτάνοντας στο τέλος του βιβλίου και έχοντας περάσει από περισσότερες της μιας δραματικές κορυφώσεις, ο αναγνώστης αισθάνεται σαν ναυαγός ξεβρασμένος έπειτα από πολύωρη μάχη με τα κύματα. Η εξάντληση ωστόσο συνοδεύεται από πλούσια ανταμοιβή, αυτό το καθαρτικό συναίσθημα που καθορίζει τις συναντήσεις μας με τη μεγάλη τέχνη.