ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η περίπτωση του Θοδωρή Καλλιφατίδη

Η περίπτωση του Θοδωρή Καλλιφατίδη

Αν τον παρατηρήσεις από κοντά, θα διαπιστώσεις ότι πίσω από το στοχαστικό βλέμμα και την εγκράτεια των κινήσεων, υπάρχει ένα πνεύμα ανήσυχο, νεανικό, που με τα χρόνια απέκτησε σοφία και απόσταση από τα πράγματα. Θυμάμαι τον Θοδωρή Καλλιφατίδη σε μία προ ετών συνάντηση στην Οικία Κατακουζηνού, στην Αθήνα, όπου είχε προσκληθεί για μια διαρκώς επίκαιρη συζήτηση περί ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο ίδιος γνωρίζει καλά τη διαδρομή της Ευρώπης από τότε που, νεότατος, άφησε την Ελλάδα για να μεταναστεύσει στη Σουηδία. Και να γίνει με την αξία του ένα σεβαστό πρόσωπο της δημόσιας ζωής και ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας.

Τον Θοδωρή Καλλιφατίδη τον είχα συντροφιά τις τελευταίες ημέρες καθώς διάβαζα το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του, το «Αγάπη και ξενιτιά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κείμενα. Με πολλούς τίτλους στις εκδόσεις Γαβριηλίδη, ο Θοδωρής Καλλιφατίδης έχει μια σταθερή παρουσία στα ελληνικά γράμματα, έχει ένα δικό του κοινό, είναι ένας συγγραφέας που χαίρεσαι να παρακολουθείς. Συμπτωματικά, αυτές τις ημέρες, που λόγω πανδημίας έψαχνα νέες οικιακές δραστηριότητες, η μετακίνηση βιβλίων σε άλλη θέση μού αποκάλυψε εκείνη την παλιά έκδοση του «Με λένε Στέλιο». Ηταν μια έκδοση των εκδόσεων Πλειάς από το 1974, σε μετάφραση από τα σουηδικά της Νατάσας Τσίρκα. Ηταν ένα κείμενο-σταθμός για την εποχή, ένα βιβλίο που είχε μεταφερθεί και στον κινηματογράφο στη Σουηδία και είχε προκαλέσει τα βλέμματα πάνω στην περίπτωση του Θοδωρή Καλλιφατίδη. Η εμπειρία του ξένου στη Σουηδία μέσα από τις εντάσεις των πολλαπλών ταυτοτήτων και του αυτοπροσδιορισμού είχε κάνει το «Με λένε Στέλιο» ένα έργο αναφοράς. Χάρηκα που το βρήκα με το παλιό εξώφυλλο που μου θύμιζε την εφηβεία μου. Αλλά και τώρα, η ανανεωμένη εμπειρία με τον Καλλιφατίδη, με τόσα χρόνια και τόσα βιβλία ανάμεσα, ήταν εξαίρετη.

Θα συνοψίσω αυτό που ένιωσα διαβάζοντας αυτό το μυθιστόρημα, που πρωτοεκδόθηκε το 2019, αλλά τώρα μόλις συναντήθηκα μαζί του. Η εμπειρία ζωής του Χρίστο, ενός Ελληνα της Σουηδίας, τη δεκαετία του ’60, ενός ήρωα που γαντζώνεται στον νου σου, είναι ο καμβάς αυτού του βιβλίου που, καθώς το διάβαζα, μου θύμισε μερικά βασικά περί πεζογραφίας· την οικονομία του λόγου, τις λίγες περιγραφές, την ακτινογραφία χαρακτήρων, την ωραία γλώσσα και, πάνω από όλα, τη βαθύτατη ανθρωπιά. Ναι, πόσο μου είχε λείψει αυτή η διάσταση, το ένιωσα (και) σε αυτό το μυθιστόρημα, που δεν έχει πόζα, δεν επιχειρεί να πείσει. Απλώς είναι. Αλλά αυτό που «είναι» φτάνει και περισσεύει.