ΘΕΑΤΡΟ

Ντον Τζοβάννι όπως Χάρβεϊ Ουάινσταϊν

Ντον Τζοβάννι όπως Χάρβεϊ Ουάινσταϊν

Η πρώτη επαφή του Τάση Χριστογιαννόπουλου με τον «Ντον Τζοβάννι» ήταν με έναν τρόπο διπλή. Σίγουρα, πρωτοτραγούδησε τον ρόλο το 1998 στην Ιταλία, με σκηνοθέτη τον γιο του Κλαούντιο Αμπαντο, Ντανιέλε. Ωστόσο, πολύ πριν από τις εμφανίσεις του στα σημαντικότερα θέατρα του κόσμου, ο βραβευμένος Ελληνας βαρύτονος είχε ακούσει το «παιγνιώδες δράμα» του Μότσαρτ ως παιδί. Ο πατέρας του είχε διατελέσει διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και στο σπίτι η μουσική ήταν παρούσα. «Θυμάμαι ότι, ηχητικά και μόνον, η σκηνή όπου ο Διοικητής εμφανίζεται με όλη τη δύναμη της κολάσεως και τον Ντον Τζιοβάννι τον παίρνει ο διάβολος κυριολεκτικά, ήταν για τα παιδικά αυτιά μου συγκλονιστική», διηγείται στην «Κ».

Είναι η σκηνή όπου ο ακόλαστος Ισπανός ευγενής Ντον Τζοβάννι, αρνούμενος να μετανοήσει για τα αμαρτήματά του, δέχεται να καεί στις φωτιές της κόλασης, τιμωρημένος από το ίδιο του το θύμα. Η ιστορία είχε κάνει πρεμιέρα το 1787 στην Πράγα, αν και το κοινό τη γνώριζε μεταξύ άλλων από τον «Δον Ζουάν» του Μολιέρου. Και ενώ υπάρχουν αρκετές ακόμη αφηγήσεις για τον διάσημο λιμπερτίνο, που έφτασε να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως μετωνυμία του γυναικοκατακτητή, η εκδοχή του Μότσαρτ τονίζει κι ένα του χαρακτηριστικό δυσδιάκριτο, αλλά σημαντικό.

nton-tzovanni-opos-charvei-oyainstain0
Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος (φωτ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ).

«Είναι η τρομακτική του συνέπεια», λέει ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος. «Ο Ντον Τζοβάννι δεν μετακινείται ρούπι από τα πιστεύω του. Είναι τέτοια η επιμονή του, που μπορεί κανείς να φτάσει σχεδόν να τον σεβαστεί. Δεν κάνει πίσω ούτε στα πρόθυρα της κόλασης και αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι αν είναι πράγματι κακός άνθρωπος. Εχει πάθη, είναι λάγνος, λαίμαργος, σκοτώνει και μοιχεύει, ωστόσο, ίσως είναι ο πιο τίμιος στο έργο. Γιατί παραμένει σταθερός σε μια συμπεριφορά που με έναν τρόπο καταλύει τον καθωσπρεπισμό της κοινωνίας. Δεν είναι ότι τους τινάζει όλους στον αέρα. Μπαίνει στη ζωή τους, τους γοητεύει και όλοι ανταποκρίνονται».

Σύμφωνοι, αλλά ο Ντον Τζοβάννι του Μότσαρτ δεν είναι μόνον ένας αποπλανητής. Στην αρχή του έργου αποπειράται να βιάσει την Ντόνα Αννα και κατόπιν σκοτώνει τον Διοικητή πατέρα της. Μια σύνδεση με όσα αναδύονται σήμερα στην επιφάνεια του ελληνικού θεάματος είναι αναχρονιστική, μόνο εάν πιστεύουμε ότι η σεξουαλική κακοποίηση έχει διαφορετικές νοηματοδοτήσεις μέσα στον χρόνο.

«Ειδικά σε αυτή την παραγωγή, όπου η δράση τοποθετείται σε ένα σύγχρονο ξενοδοχείο, σκεφτόμασταν συχνά τον Ντομινίκ Στρος-Καν και τον Χάρβεϊ Ουάινσταϊν», σχολιάζει ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος. «Τόση εξουσία, συνδυασμένη με τη σεξουαλική ηδονή, τρελαίνει τον άνθρωπο, τον θολώνει. Πέραν του ότι αυτές οι συμπεριφορές είναι καταδικαστέες, θεωρώ ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι και ασθενείς. Πέραν της καταδίκης χρήζουν και θεραπείας. Το πάθος τούς αλλοιώνει. Οσο για τον Ντον Τζοβάννι, η εύκολη ανάγνωση είναι ότι πρόκειται για έναν σαδιστή, που νοιάζεται μόνο για την ατομική του ηδονή. Τα μεγάλα έργα, όμως, έχουν πολλαπλές αναγνώσεις. Τι κάνει σήμερα ελκυστικό τον Ντον Τζοβάννι; Οτι μπορούμε να προβάλουμε στο πρόσωπό του αυτές τις καταδικαστέες συμπεριφορές, να τον καταδικάσουμε, να χαρούμε που πάει στην κόλαση κι εμείς γλιτώνουμε. Λέμε, “αυτός είναι ο κακός, όχι εγώ”. Ο Ντον Τζοβάννι αποκαλύπτει την υποκρισία της κοινωνίας, τους κανόνες που οι άνθρωποι έχουν, αλλά καταστρατηγούν μόλις βρεθεί η κατάλληλη συνθήκη. Και αυτό η κοινωνία δεν μπορεί να το ανεχτεί».

Το εύρημα του ξενοδοχείου ανήκει στον Τζον Φούλτζεϊμς, σκηνοθέτη του «Ντον Τζοβάννι», που προβάλλεται από τις 14 Φεβρουαρίου στην GNO TV της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η παράσταση είναι μια συμπαραγωγή της Λυρικής με την Οπερα του Γκέτεμποργκ και τη Βασιλική Οπερα της Δανίας. Εκτός από τον Τάση Χριστογιαννόπουλο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η διανομή περιλαμβάνει τη Βασιλική Καραγιάννη ως Ντόνα Αννα, τον Γιάννη Χριστόπουλο στον ρόλο του αρραβωνιαστικού της, Ντον Οτάβιο, τον Πέτρο Μαγουλά ως Διοικητή κ.ά. Τη μουσική διεύθυνση έχει αναλάβει ο Ντάνιελ Σμιθ, τα σκηνικά και τα κοστούμια οι Ντικ Μπερντ και Ανμαρι Γουντς, ενώ η βιντεοσκόπηση έγινε με οκτακάμερο σύστημα και ειδική κινηματογραφική σκηνοθεσία.

«Εχει μεγάλο ενδιαφέρον η τεχνική δυνατότητα αποτύπωσης μιας παράστασης και είμαι περίεργος για το αποτέλεσμα», παραδέχεται ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος. «Μιλάμε βέβαια για άλλο καλλιτεχνικό είδος, με πλάνα κοντινά, πρώτα και δεύτερα, που επιλέγει ο σκηνοθέτης. Ετσι, εσείς, εισπράττετε κάτι εντελώς διαφορετικό και εμείς γινόμαστε μέρος της επικοινωνίας που ορίζει η κάμερα. Στο ζωντανό θέαμα, κανείς δεν μπαίνει ανάμεσά μας. Αν τραγουδάμε, το κάνουμε για να είστε εσείς εκεί, για να μας ακούτε και για να “ακούμε” εμείς εσάς. Δεν είμαι τραγουδιστής εάν δεν έχω κάποιον να τραγουδήσω και, όπως λέμε στη θεολογία, ο άνθρωπος υποστασιοποιείται στη σχέση, στο πρόσωπο. Αν δεν έχω κάποιον απέναντί μου, δεν υπάρχω».

Η θεολογική παραπομπή δεν είναι τυχαία. Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος καταπιάνεται με αρκετές τέχνες ακόμη, όπως με το θέατρο, τη σύνθεση μουσικής, την οργανοπαιξία, όχι για να εμπλουτιστεί καλλιτεχνικά, αλλά γιατί απλώς το χρειάζεται. «Ο Παβαρότι ούτε κάποιο όργανο έπαιζε ούτε μουσική έγραφε», επισημαίνει. «Δεν ήταν πλήρες μουσικό ον; Σημασία έχει η σχέση με τη μουσική, το να πληροί εσένα και εκείνον στον οποίο την επικοινωνείς. Παίζω πιάνο, γράφω μουσική, έκανα χορό, σπούδασα θέατρο και σπουδάζω θεολογία, γιατί θεωρώ ότι η μουσική τα εμπεριέχει. Θα μου έλειπαν εάν δεν τα έκανα μαζί της».