ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Ηθελα μόνο ένα δέντρο να είχα γεννηθεί»

ithela-mono-ena-dentro-na-eicha-gennithei-561278272

Νύχτες, οι τρυφεροί στίχοι των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα ταξιδεύουν στο μυαλό μου: «αχ τι θα γίνει ετούτο το παιδί, έλεγε η μάνα μου κρυφά από μένα, έτσι όπως με έβλεπε μονάχο να νυχτώνω…/ όμως εγώ δεν ήθελα ούτε τσακάλι ούτε αρνί, ήθελα μόνο ένα δέντρο να είχα γεννηθεί».

Στη μακρινή Νότια Κορέα, η Χαν Γκανγκ συλλαμβάνει την ιδέα τριών σπονδυλωτών ιστοριών. Το βιβλίο φέρει τον τίτλο «Η χορτοφάγος» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση από τα κορεατικά της Αμαλίας Τζιώτη. Εκεί η ηρωίδα της, ΓιόνγκΧιε, ένα πρωινό αποφασίζει να μην ξαναφάει κρέας. Χωρίς κανένα επιχείρημα και καμία άλλη εξήγηση, η ΓιόνγκΧιε πέφτει σε μια περίεργη σιωπή που τη δυναμώνει, τη στιγμή που μέρα με την ημέρα δείχνει να εξαϋλώνεται. Ο σύζυγός της και ο πατέρας της ορμούν πάνω της ντροπιασμένοι, επιθυμώντας να τη συνεφέρουν. Να ξαναγίνει η γυναίκα που ήταν. Ο ένας να κερδίσει πίσω την άβουλη και πάντα καλοπροαίρετη σύζυγο, ο άλλος την κόρη που δεν τον ντροπιάζει με τη διαφορετικότητά της. Η ΓιόνγκΧιε είναι ένα παράξενο πλάσμα, από εκείνα που δεν καταλαβαίνει η κοινωνία. Δεν πάει με τον συρμό, δεν ακολουθεί τις επιταγές της μόδας, δεν σκέφτεται όπως ο μέσος άνθρωπος, δεν είναι η γυναίκα που φαίνεται καθωσπρέπει, λογική ή υγιής. Είναι όμως μια γυναίκα. Ενα κορίτσι. Ενα πλάσμα. Ενας άνθρωπος. Είναι μια ύπαρξη που μέσα από τη σιωπή της επιθυμεί κάτι, και ας είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να την κατανοήσουν. Η ΓιόνγκΧιε δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει ότι θέλει να γίνει δέντρο. Θέλει να ανήκει στη γη, εκεί από όπου προήλθε, και να ατενίζει τη δύση και την ανατολή μέσα από τα νοτισμένα έγκατα της γης. Να είναι στέρεη και δυνατή, να μην είναι αρπακτικό, να μην έχει υλικές επιθυμίες. Μόνο να βρίσκεται εκεί και να βρέχεται, να ξεκουράζει τα πουλιά, να δροσίζεται μέσα στον κορμό της. Οι δικοί της τη βλέπουν ως παράφρονα. Μια ψυχωτική γυναίκα που χρειάζεται εγκλεισμό. Της δίνουν φάρμακα, τη δένουν, την κυνηγούν. Η αδελφή της, γήινη και λογική, νομίζει ότι πρέπει να λάβει οπωσδήποτε νοσηλεία, αδιαφορώντας για το ότι δεν είναι επικίνδυνη για κανένα, για το ότι δεν έχει διαπράξει κανένα κακό. Το μόνο «κακό» είναι ότι εκείνη είναι χαρούμενη γιατί βρήκε τον προορισμό της, κι ας οδηγεί στην ανυπαρξία. 

Το σπονδυλωτό μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ, που απέσπασε το διεθνές βραβείο Booker, ανήκει σε μια μεγάλη συνομιλία που έχει ανοίξει από παλιά, αλλά εντονότερα τα τελευταία χρόνια, ανάμεσα στις γυναίκες συγγραφείς. Με διαφορετική θεματολογία και άλλες αγωνίες, οι γυναίκες στοχάζονται ευρύτερα για το τι είναι γυναίκα και τελικά τι είναι ο άνθρωπος, ποια η κανονικότητα, ποια η παρέκκλιση και πόση ανοχή έχουμε στο διαφορετικό. Απαριθμούμε ονόματα όπως η Βιρτζίνια Γουλφ, η Ελφρίντε Γέλινεκ, η Τόνι Μόρισον, η Λουτσία Μπερλίν, η Γιόκο Ογκάουα, η Φλάνερι Ο’ Κόνορ, η Τζούνα Μπαρνς, η Ελενα Φεράντε και πολλές άλλες, πολύ σημαντικές.

Πιο κοντά στα δικά μας, μια σημαντική φωνή των γαλλικών γραμμάτων, η Annie Ernaux, ξαναβρίσκει το κοινό της στην Ελλάδα μετά την έκδοση των δύο αυτοβιογραφικών βιβλίων της από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Ρίτας Κολαΐτη. Το πιο πρόσφατο, με τίτλο «Μια γυναίκα», έρχεται να φωτίσει από άλλο πρίσμα τη δύσκολη διαδρομή ενός κοριτσιού προς την κατεύθυνση να γίνει γυναίκα. Και εκεί, η συγγραφέας, χωρίς να επιθυμεί να βγει έξω από το κάδρο των «κανονικών» επιθυμιών του φύλου της, ανατέμνει τις βαθύτερες δυσκολίες, την επέμβαση του περιβάλλοντος, την επίκριση, τη βία, μπολιασμένα όλα με την οικογενειακή αγάπη, στο όνομα της πατριαρχίας, ακόμα υπό την υπόρρητη έκφραση της μητρικής φωνής. Καμιά φορά το να γίνεις η γυναίκα ή και ο άνδρας που επιθυμείς, γυρνώντας την πλάτη στις φαντασιώσεις που έχουν για εσένα οι γονείς σου, ισοδυναμεί ως αντιμετώπιση με το να θέλεις να γίνεις πουλί, δέντρο ή ψάρι. Οι άνθρωποι πολύ συχνά κόβουμε και ράβουμε στα μέτρα μας την κατανόηση του κόσμου, στενεύοντας τον Κόσμο σε κόσμο μας. Αυτό που δεν κατανοούμε το θεωρούμε παράλογο, και αυτό μαστίζει τη σύγχρονη σκέψη. Το ενδεχόμενο ότι κάθε άνθρωπος παραμένει ανθρώπινος, ακόμα και εάν επιθυμεί να κοιτάζει τον ουρανό σε ολόκληρη τη ζωή του, υπόκειται σε μια σειρά από αντιδράσεις, χλευασμούς, ακόμα και κανιβαλισμούς.

Οι κοινωνίες δημιουργήθηκαν αρχής γενομένης από τη βία της κατάκτησης και της συσπείρωσης. Για να συντηρούνται πρέπει να ομιλείται η ίδια γλώσσα. Σε ποιο βαθμό όμως, όταν κάποιος δεν ενοχλεί τον συνάνθρωπό του, δεν τον βιάζει, δεν τον καταπιέζει και δεν τον καταπατά, μπορεί να είναι ο εαυτός του; Σε ποιο βαθμό ο σιωπηλός ή ο διαφορετικός στο φύλο ή στην εσωτερικότητα βιώνει τον φθόνο και τη βία της ομοιογένειας; Σε ποιο βαθμό μπορούμε να σκεφτούμε πιο ανοιχτά για τη φύση του ανθρώπου, τη σεξουαλικότητά του, την ανεξάρτητη ψυχική του ηλικία από τη σωματική, ακόμα και για όσα δεν κατόρθωσε; Γιατί η κατάκτηση της ύλης είναι το κανονικό και όχι η επιθυμία, προς πάσα κατεύθυνση; Ετσι έρχεται ξανά στο μυαλό μου ο ποιητής:

«Ούτε τσακάλι ούτε σκυλί. Ηθελα μόνο ένα δέντρο να είχα γεννηθεί. Να στέκουν στη σκιά μου τα πουλιά, να τραγουδάνε της αγάπης τη γιορτή, να τραγουδάνε…»