ΜΟΥΣΙΚΗ

Ντόλι Πάρτον: Από το «Jolene» στο «Vaccine»

ntoli-parton-apo-to-jolene-sto-vaccine-561285397

Για όποιον έχει αγαπήσει το περίφημο «Jolene» της Ντόλι Πάρτον, αυτή τη σπαρακτική ικεσία μιας γυναίκας προς την ανίκητη αντίζηλό της, ο προ ημερών εμβολιασμός της Αμερικανής τραγουδοποιού, που συνοδεύθηκε από μια σύντομη και διδακτική εκδοχή του τραγουδιού, δεν ήταν απλώς μια νουθεσία, μια υγειονομικού περιεχομένου παραίνεση με λαμπερό αμπαλάρισμα.

Ναι, η Ντόλι Πάρτον παρέφρασε τους στίχους του κομματιού αντικαθιστώντας το όνομα του τίτλου με τη λέξη «vaccine», προτρέποντας το κοινό να εμβολιαστεί για το καλό όλων. Για να αποκτήσει ισχύ το μήνυμά της, όμως, η Πάρτον επιστράτευσε, εκτός από το σταθερό βιμπράτο της φωνής της, και μια καθησυχαστική αρετή της για την οποία τόσο έχει αγαπηθεί: τη θαρραλέα και γεμάτη τσαγανό ελαφρότητά της, που για να παραμένει απαράλλαχτη και λειτουργική εδώ και δεκαετίες μάλλον κρύβει κάτι παραπάνω.

ntoli-parton-apo-to-jolene-sto-vaccine0
Η Αμερικανίδα τραγουδοποιός προσέφερε πέρυσι ένα εκατ. δολάρια για την έρευνα του εμβολίου της Moderna, το οποίο και έλαβε προ ημερών.

Διασκευή-ντόμινο

Τα MΜΕ και το κοινό λάτρεψαν την κίνησή της. Ο Guardian ζήτησε από τους αναγνώστες του να προτείνουν και άλλα κομμάτια που θα μπορούσαν να διασκευαστούν στο πνεύμα των ημερών και κάπως έτσι δημοσίευσε ένα ολόκληρο άρθρο, όπου το «Jammin’» του Μπομπ Μάρλεϊ έγινε «Jabbin’» (μιας και «jab» σημαίνει «τσίμπημα»), το «Good vibrations» των Beach Boys μετατράπηκε σε «Good vaccinations», το «I wanna be sedated» των Ramones τραγουδήθηκε ως «I wanna be vaccinated» (ποιος να το ’λεγε του Τζόι Ραμόουν), ενώ προτάθηκε και μια διασκευή τού «I will survive» της Γκλόρια Γκέινορ, με στίχους που ξορκίζουν τον φόβο του εμβολιασμού, καθώς και η αντικατάσταση του «Celebration» των Kool and the Gang με τη λέξη –μαντέψτε– «Vaccination».

Ο λόγος που η Ντόλι Πάρτον προηγήθηκε όλων των παραπάνω ίσως δεν είναι μόνο ο προφανής: ακόμα και αν ζούσαν ο Μπομπ Μάρλεϊ ή ο Τζόι Ραμόουν, η σχέση τους με τις υγειονομικές καμπάνιες θα ήταν μάλλον διαφορετική. Στο κάτω κάτω, η 75χρονη τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια της κάντρι προσέφερε πέρυσι ένα εκατ. δολάρια για την έρευνα του εμβολίου της φαρμακευτικής εταιρείας Moderna, το οποίο και έλαβε προ ημερών, λίγο αφότου ερμήνευσε εκείνη τη διδακτική διασκευή τού «Jolene». Ακόμη, όμως, και αν δεν είχε συνεισφέρει οικονομικά στη μάχη κατά του κορωνοϊού, η πορεία της Ντόλι Πάρτον θα μπορούσε να την είχε οδηγήσει σε ένα παρόμοιο σημείο.

ntoli-parton-apo-to-jolene-sto-vaccine2
Οι στυλιστικές επιλογές της 75χρονης Ντόλι Πάρτον δεν οφείλονται μόνο στη συντηρητική πλευρά της κάντρι μουσικής (φωτ. SHUTTERSTOCK).

Γεννήθηκε το 1946 στο Πίτμαν Σέντερ του Τενεσί και ήταν το τέταρτο από τα δώδεκα παιδιά του αγρότη Ρόμπερτ Λι Πάρτον και της οικοκυράς Εϊβι Λι Οουενς. Μεγάλωσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, τις οποίες περιγράφει στο «Coat of many colors» του 1971: οι στίχοι του μιλούν για ένα παλτό που η μητέρα της έφτιαξε από κουρέλια αλλά επένδυσε με αγάπη και που η Πάρτον λάτρεψε, παρά τα χλευαστικά σχόλια των συμμαθητών της. Η μουσική παιδεία ήταν ένα ακόμα μητρικό δώρο και έτσι η μικρή Ντόλι μπορούσε να γράφει τραγούδια ήδη από έξι χρόνων.

Αναλλοίωτη περσόνα

Αγόρασε την πρώτη της κιθάρα στα οκτώ της, εμφανίσθηκε στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση στα δέκα της και όταν, το 1967, δέχθηκε την πρόσκληση του τραγουδιστή της κάντρι Πόρτερ Γουάγκονερ να τον συνοδεύσει στην εκπομπή του, ήταν ήδη τόσο καλή, που τον εγκατέλειψε για να κάνει σόλο καριέρα. Στη δεκαετία του ’70 έγραψε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, όπως το «Jolene» (που αργότερα θα διασκεύαζε εξαιρετικά ο Τζακ Γουάιτ αλλά και η βαφτιστήρα της, Μάιλι Σάιρους), το «I will always love you» (που θα ακουγόταν στον «Σωματοφύλακα» από τη Γουίτνεϊ Χιούστον), το «Kentucky gambler» και αρκετά ακόμα τραγούδια, που ερμήνευε η ίδια ή άλλοι και που με τα χρόνια θα ξεπερνούσαν τις 3.000.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ακόμα και όταν θα ακολουθούσε πιο ποπ μονοπάτια, η Ντόλι Πάρτον, αντί να μεταμορφώνεται, όπως αρκετοί ομότεχνοί της, προτιμούσε να διατηρεί αναλλοίωτη την περσόνα της «χαζής ξανθιάς» (την οποία «εγκαινίασε» το 1967 με το τραγούδι «Dumb blonde»), ενώ στην πραγματικότητα μόνο ανόητη δεν ήταν. Η επιλογή της αυτή δεν οφειλόταν μόνο στη συντηρητική πλευρά της κάντρι που έμοιαζε να υπηρετεί – εξάλλου, η υποστήριξή της, λ.χ., στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα είναι συχνή.

Πιο πιθανό φαίνεται ότι η Ντόλι Πάρτον λειτουργούσε από νωρίς ως μια ενοποιητική μουσική δύναμη, που προσωποποιούσε το αμερικανικό όνειρο σε μια εκδοχή του βασισμένη λιγότερο στο όνειρο και περισσότερο στις προσδοκίες της σκληρής δουλειάς, όπως τις περιέγραφε στο κομμάτι «9 to 5». Συχνά, επίσης, τραγουδούσε για τον αγώνα του άσημου ανθρώπου, του εθισμένου, του παράνομου. Ισως είχε δίκιο η δημοσιογράφος Μελίντα Νιούμαν όταν, ένα χρόνο πριν, σχολιάζοντας το κομμάτι της Πάρτον «When life is good again», για τη μετά την πανδημία εποχή, την είχε χαρακτηρίσει «επικεφαλής παρηγορήτρια» της Αμερικής.