ΒΙΒΛΙΟ

Φόρεμα από αλεξίπτωτο

forema-apo-alexiptoto-561292759

«Η μαμά μου λέει: “Αγοράσαμε το φόρεμα από το κατάστημα “Μέλισσα” στην Ερμού. Το φόρεμα ήταν από αλεξίπτωτο. Δεν είχαμε υφάσματα τότε, ήταν Κατοχή. Τα κουμπιά έχουν μέλισσες. Η Ευτυχία έφτιαχνε από αλεξίπτωτο “καρέ” και τα κεντούσε”. Η μαμά μου πήγε μαζί της στην αγορά του φορέματος και έτσι το θυμάται».

Η ιστορία μιας φωτογραφίας ή η ιστορία μιας γυναίκας; Η Μαρία διηγείται και τα δύο ταυτόχρονα: μέσα από τη γυναίκα βγαίνει η φωτογραφία, μέσα από τη φωτογραφία αναδύεται η γυναίκα: η Ευτυχία. 

Γεννημένη το 1920 στη Σάντα (ποντιακά «Σαντά») του ορεινού Πόντου, στην ενορία Κοζλαράντων, στα 1.600 υψόμετρο. «Οι λεγόμενες Ποντιακές Αλπεις, νότια της Τραπεζούντας», εξηγεί η Μαρία. «Τα χωριά της Παναγίας Σουμελά. Στην άλλη πλευρά των βουνών πηγάζουν ο Τίγρης και ο Ευφράτης. Λίγο πιο ανατολικά ξεκινά το Κουρδιστάν». 

Τον Σεπτέμβριο του 1921, η Σάντα πυρπολείται από τους Τούρκους. Οι άνδρες στέλνονται στα τάγματα αναγκαστικής εργασίας, τα γυναικόπαιδα εξορία στο Ερζερούμ και στο Χούνουζ του Κουρδιστάν. 

Πορεία εξόντωσης: η μάνα της Ευτυχίας σέρνει δύο μωρά, τη μόλις ενός έτους Ευτυχία και ένα νεογέννητο. Αυτό θα χαθεί, η Ευτυχία θα αντέξει. 

Ο πατέρας της, Νικόλαος, θα λιποτακτήσει διασχίζοντας τα βουνά ντυμένος με ένα τσουβάλι, για να ενωθεί ξανά με τη Μαρία, τη μαμά της Ευτυχίας.

Επειτα από μια θητεία στην περιπλάνηση και στην κακουχία, η οικογένεια θα καταλήξει στο Αετοχώρι της Αλεξανδρούπολης. 

Εκεί, ο Νικόλαος, δάσκαλος το επάγγελμα, με γνώσεις γαλλικής και προχωρημένος μελισσοκόμος, διέδωσε τη μελισσοκομία σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα και, μετά τη συνταξιοδότησή του, τη δεκαετία του ’50, ξεκίνησε την έκδοση μηνιαίου μελισσοκομικού περιοδικού, πανελλαδικής κυκλοφορίας. «Μεγάλωσα σε σπίτι με μέλισσες στην ταράτσα και με το περιοδικό να εκδίδεται κάθε μήνα. Η αποστολή του ήταν οικογενειακή υπόθεση», διηγείται η Μαρία.

Η Ευτυχία είναι 21 χρόνων, στην κατοχική Θεσσαλονίκη όπου και τραβήχτηκε η φωτογραφία. Νεαρή δασκάλα υπό διορισμόν, στη Νεάπολη της δυτικής Θεσσαλονίκης, θα γνωρίσει τον επίσης δάσκαλο και μέλλοντα σύζυγό της, τον εκ Χανίων Κρη Κωνσταντίνο Ξεπαπαδάκη. 

Η Μαρία θυμάται την κοπέλα με το φόρεμα από αλεξίπτωτο να κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι με ταγέρ, καλσόν, γόβες και το μαλλί «πάντοτε άψογο». Μελαψή, πολύ μελαχρινή, έκανε δυο κόρες. 

Η Ευτυχία δεν υπάρχει πια, διασώζεται όμως η μνήμη της, και, βέβαια, η φωτογραφία. Η τελευταία ανάμνηση χαρακτηρίζεται από μια τρυφερότητα που πάντοτε νικάει τον χρόνο: «Η Ευτυχία έπαιρνε τη μικρή της αδελφή στα “ραντεβού”, για ξεκάρφωμα. Ενα τέτοιο “ραντεβού” ήταν και η φωτογράφιση με το φόρεμα. Η μαμά μου», λέει η Μαρία, «θυμάται το χέρι του Κώστα στη μέση της Ευτυχίας».