ΜΟΥΣΙΚΗ

Οταν μπλοκάρω, το τραγούδι με ξεμπλοκάρει

Ο Βαγγέλης Γερμανός μιλάει στην «Κ», 40 χρόνια μετά το πρώτο του άλμπουμ

Οταν μπλοκάρω, το τραγούδι με ξεμπλοκάρει

Η κουβέντα με τον Βαγγέλη Γερμανό είναι απολαυστική. Νιώθεις να μπαίνεις σ’ ένα «χαρούμενο ποτάμι» – χρησιμοποιώ τη δική του περιγραφή των συναισθημάτων του για την πρώτη φορά που άκουσε τους Beatles. Ηταν δεκατριών ετών. Μαθήτρια στο γυμνάσιο ήμουν κι εγώ όταν άκουσα για πρώτη φορά «Τα μπαράκια», από κασέτα που μου δάνεισε μια φίλη. Με τον ιδιότυπο ερωτισμό τους, τον αυτοσαρκασμό, την μποέμ φιλοσοφική ματιά τους στα πράγματα, την παιδική αθωότητα αλλά και τον ώριμο προβληματισμό τους, μέχρι σήμερα, την ίδια συγκίνηση μου προκαλούν.

Γέννημα θρέμμα Πειραιώτης

«Γεννήθηκα στον Προφήτη Ηλία του Πειραιά. Μία από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι να κάθομαι σε ένα πεζούλι και να αγναντεύω τη θάλασσα. Οταν ήμουν τριών ετών μετακομίσαμε στα Καμίνια, γιατί ο πατέρας μου είχε μαγαζί στα Λεμονάδικα και ήθελε να είναι πιο κοντά στη δουλειά του. Ο Πειραιάς δεν ήταν τότε τόσο πηγμένος όσο σήμερα. Τον θυμάμαι με σπίτια χαμηλά –με φεγγίτες και κεραμίδια–, με πολλούς χωμάτινους δρόμους, με μολόχες και τσουκνίδες, και πολλά παιδιά να παίζουν στις γειτονιές».

Μάνα, θέλω κιθάρα!

Οταν μπλοκάρω, το τραγούδι με ξεμπλοκάρει-1

«Η μουσική μπήκε με φόρα στη ζωή μου όταν ήμουν έντεκα ετών», θυμάται ο Βαγγέλης Γερμανός (στη φωτ. ως ναυτοπρόσκοπος).

«Η μουσική μπήκε με φόρα στη ζωή μου όταν ήμουν έντεκα ετών. Δίπλα στο σπίτι μας υπήρχε μια οικοδομή. Ενας από τους εργάτες, ο Αργύρης, είχε μαζί του μια κιθάρα κι έπαιζε στα διαλείμματα της δουλειάς. Από την πρώτη φορά που τον άκουσα, δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά μαγεύτηκα. Πήγα στη μάνα μου. “Θέλω κιθάρα!”, της είπα. “Ναι, παιδί μου, αλλά δεν ξέρω πού πουλάνε”, απάντησε. Πήραμε, λοιπόν, την επόμενη κιόλας μέρα μαζί μας τον Αργύρη, τον οικοδόμο, και πήγαμε στην οδό Αλιπέδου, κοντά στον σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου. Διάλεξα μια κόκκινη ακουστική κιθάρα. Είχα τρελαθεί από τη χαρά μου. Αρχισα να τη σκαλίζω, χωρίς να ξέρω, βέβαια, να παίζω. Νέο αίτημα: “Μάνα, θέλω δάσκαλο της μουσικής!” Πάλι δεν μου έφερε καμιά αντίρρηση. Ξεκίνησα, λοιπόν, μαθήματα με έναν τυφλό κύριο με ψαρά σπαστά μαλλιά. Δημήτρη Γκόγκο τον έλεγαν. Πολύ αργότερα θα συνειδητοποιούσα ότι ήταν ο Μπαγιαντέρας! Δεν ξέρω γιατί με υποστήριξε τόσο πολύ η μητέρα μου στο θέμα της μουσικής, χωρίς να φέρει καμία αντίρρηση. Ισως γιατί κι εκείνη τον πόνο της τραγουδώντας τον έβγαζε από μέσα της, για να ελευθερωθεί από τα βάρη της. Από εκείνη το κληρονόμησα: όταν είμαι απελπισμένος, όταν τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να με παρηγορήσει, εκεί καταφεύγω. Τη θυμάμαι να σιγομουρμουρίζει συχνά ένα δημοτικό τραγούδι: “Πέρασ’ ένα καλοκαίρι και δεν μου ’στειλες χαμπέρι”. Στην κηδεία της, πάνω στον τάφο της, αυτό της τραγούδησα».

Το χαρούμενο ποτάμι

«Μαθητής στο γυμνάσιο, γύρω στα δεκατρία μου, έκανα μια μέρα κοπάνα και πήγα στην Diana, ένα σφαιριστήριο στο Πασαλιμάνι. Με το που πέρασα το κατώφλι του, άκουσα ένα τραγούδι. “Love, love me do, you know I love you”. Τι ήταν αυτό! Ενιωσα σαν να με παρέσυρε ένα χαρούμενο ποτάμι! Ηταν η πρώτη μου επαφή με τους Beatles. Τότε έφτιαξα το πρώτο μου γκρουπ. Μη φανταστείς σπουδαία πράγματα: μαζευόμασταν και παίζαμε ό,τι ήξερε ο καθένας».

Τα μαθηματικά

Οταν μπλοκάρω, το τραγούδι με ξεμπλοκάρει-2
Από τα πρώτα live.

«Πέρασα στο Μαθηματικό Θεσσαλονίκης – χάρη στην έκθεση, όπου “χτύπησα” 20άρι, γιατί στα μαθηματικά ήμουν σκράπας. Δεν τα έχω και σε μεγάλη υπόληψη. Ξέρεις τι σημαίνει μαθηματική σκέψη; Θα σου εξηγήσω με ένα παράδειγμα. Εχουμε μια κατσαρόλα γεμάτη νερό, ακουμπισμένη στον πάγκο, δίπλα στην ηλεκτρική κουζίνα. Τι κάνουμε για να ζεστάνουμε το νερό; Παίρνουμε την κατσαρόλα από τον πάγκο, την ακουμπάμε στην κουζίνα και ανάβουμε το μάτι. Ας υποθέσουμε τώρα ότι η κατσαρόλα είναι στην τραπεζαρία. Τι κάνουμε για να ζεστάνουμε το νερό; Θα μου πεις: φέρνουμε την κατσαρόλα από την τραπεζαρία στην κουζίνα και την ακουμπάμε στο μάτι. Λάθος! Τη μεταφέρουμε μεν στην κουζίνα αλλά την ακουμπάμε στον πάγκο, για να αναχθούμε στην προηγούμενη κατάσταση. Αυτό είναι τα μαθηματικά: το πιο χαζό πράγμα του κόσμου. Γι’ αυτό πάντα λέω πως η λογική δεν φτάνει για να εξηγήσει τα πάντα. Ο κόσμος είναι και παράλογος».

Rodeo και Κύτταρο

Οταν μπλοκάρω, το τραγούδι με ξεμπλοκάρει-3
Στο Κύτταρο των ’70s.

«Ενα χρόνο πέρασα στη Θεσσαλονίκη. Μετά πήρα μεταγραφή για την Αθήνα. Επαιζα σε μια μπουάτ πίσω από το Χίλτον, τη Moment, ένα υπόγειο, και το 1970 στο Rodeo. Ωραία ήταν εκεί αλλά πιο ωραία ήταν τον επόμενο χρόνο που ο Διονύσης Σαββόπουλος μου πρότεινε να είμαι με το γκρουπ του, τα Μπουρμπούλια, στο Κύτταρο. Δεν μπορείς να φανταστείς τι υπερπαραγωγή ήταν το πρόγραμμα! Είχαμε τον Τάσο Χαλκιά, πατέρα του Λάκη, που έπαιζε ηπειρώτικα με το κλαρίνο του, τον Τζίμη τον Τίγρη που έσκιζε διπλές τράπουλες, τον έδεναν με αλυσίδες και λυνόταν κι έκανε διάφορες άλλες ανδραγαθίες. Επαιζα κι εγώ μερικά δικά μου τραγούδια, όπως τις “Μάσκες” και τον “Κηπουρό”».

Η επιστροφή στη μουσική

«Μετά τη μεταπολίτευση άλλαξε το σκηνικό στο τραγούδι. Αρχισε να “ανεβαίνει” το σκυλάδικο. Δεν το σνομπάρω ως μουσική έκφραση ή τρόπο διασκέδασης, απλώς δεν το ήξερα ούτε μπορούσα να το υπηρετήσω. Από την άλλη, οι δισκογραφικές εταιρείες δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τα δικά μου τραγούδια. Τα παράτησα, λοιπόν, πήρα το πτυχίο του μαθηματικού, έκανα τη στρατιωτική μου θητεία και με έναν φίλο ανοίξαμε φροντιστήριο στο Γαλάτσι. Σκληρή δουλειά για κάμποσα χρόνια, από τις 8 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ. Αλλά και πάλι, η μουσική μου έλειπε. Πάει το φροντιστήριο. Κι ας είχα γυναίκα και παιδί. Είναι αυτό που περιγράφω στο «Βραχυκύκλωμα»: «Σ’ αυτόν τον τόπο που έλαχε κι εγώ εδώ να ζω / οι συγγενείς κι οι φίλοι μου με λέγανε χαζό / που άφησα τα σίγουρα να μάθω μουσική / μα έλα που δεν είχαμε την ίδια λογική»…

«Τα μπαράκια»

«Λίγο μετά την απόδρασή μου από το καθηγητιλίκι άνοιξε η πόρτα της Lyra, χάρη στον Διονύση Σαββόπουλο, και το 1981 κυκλοφόρησαν “Τα μπαράκια”. Ηταν δύσκολη περίοδος για μένα: χώριζα, άλλαζα δουλειά, αλλά είχα πολλή ελπίδα μέσα μου. Πίστευα ότι τα πράγματα θα διορθώνονταν. “Τα μπαράκια” έκλεισαν μέσα τους διάφορα κομμάτια της ζωής μου. Πρόσωπα και καταστάσεις που με σημάδεψαν. Ηταν το προσωπικό μου ημερολόγιο. Θυμάμαι τη γέννηση, την ενηλικίωση κι όλες τις φάσεις του γραψίματος και της ηχογράφησης λες και ήταν χθες. Στιγμές τόσο μεγάλης συναισθηματικής και διανοητικής έντασης και φόρτου δεν ξεχνιούνται εύκολα. Αλλά ξέρεις κάτι; Ποτέ δεν ένιωσα επαγγελματίας. Από την αρχή ντρεπόμουν όταν άκουγα τον εαυτό μου στο ραδιόφωνο, με έπιανε μια παράξενη συστολή. Ισως γιατί αυτό που με χαρακτηρίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι η επικούρεια αντίληψη του “λάθε βιώσας” – χωρίς να κάνω θόρυβο, δεν μου πάει. Και κάτι ακόμα: εκ των υστέρων διαπιστώνω ότι ο Διονύσης εκείνη την εποχή είχε βγάλει και την “Εκδίκηση της γυφτιάς”, του Νίκου Παπάζογλου. Πιο δυτικότροπα “Τα μπαράκια”, πιο ανατολίτικος ο δίσκος του Νίκου, ήταν δυο δρόμοι τους οποίους έμελλε να ακολουθήσουν πολλοί στα επόμενα χρόνια…».

Ζωγραφική και γάτες

Οταν μπλοκάρω, το τραγούδι με ξεμπλοκάρει-4
Πάντα με την κιθάρα στα χέρια.

«Είμαι καλά. Ζω ήρεμα. Συνεχίζω να γράφω όταν δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Τα αδιέξοδά μου πάντα γίνονταν δυνατότητες μέσω του τραγουδιού. Σε όλη μου τη ζωή με θυμάμαι με την κιθάρα αγκαλιά. Ο δρόμος πιάνει το τραγούδι, που λέει κι ο Μάρκος. Οταν μπλοκάρω, το τραγούδι με ξεμπλοκάρει. Ζωγραφίζω κιόλας. Στην πραγματικότητα, πρώτα ζωγράφισα και μετά έπιασα κιθάρα – να το πω κι αυτό. Απολαμβάνω τη συμβίωση με τις γάτες μου. Μαθαίνω πολλά από αυτές, από την προσαρμοστικότητά τους, από τον τρόπο που αντιμετωπίζουν κάθε πρόκληση, από το πόσο κουλ είναι».

Μια Κιβωτός τραγουδιών

«Το τραγούδι με άλλαξε και συνεχίζει να με αλλάζει. Αλλάζω μένοντας ο ίδιος, που έλεγε κι ο Ελύτης. Η αλλαγή και η αρμονία είναι δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά του τραγουδιού. Απαραίτητα και τα δύο. Σε μια Κιβωτό τραγουδιών, αν έπρεπε να σώσω τρία δικά μου τραγούδια, θα διάλεγα τον “Κηπουρό” (σεβασμός στη φύση), την “Μπανιέρα” (το νερό εξαγνίζει) και την “Κρουαζιέρα” (για… τουριστικούς λόγους!)».