ΒΙΒΛΙΟ

Η διάχυτη βία των ημερών μας

i-diachyti-via-ton-imeron-mas

Στις 22 και 23 Σεπτεμβρίου 2006 η Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία είχε διοργανώσει μια διημερίδα με θέμα «Βία στην Πόλη». Τότε είχαν κληθεί, εκτός από τους ψυχαναλυτές που συμμετείχαν, και διάφοροι ειδήμονες άλλων επιστημών για να συνομιλήσουν πάνω στο κοινωνικό φαινόμενο της βίας. Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια για να εκδοθούν τα πρακτικά εκείνου του πολύ πετυχημένου συνεδρίου εξαιτίας διάφορων δυσκολιών. Και έφτασε η ώρα να κυκλοφορήσουν τώρα από τις εκδόσεις Αρμός, σε μια συγκυρία πολύ δύσκολη σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα είχε ενδιαφέρον να σκεφτούμε πώς θα τοποθετηθούν οι επιστήμες του ανθρώπου στο μέλλον για τα φαινόμενα που προκύπτουν σε σχέση με την πανδημία. 

Το σίγουρο είναι ότι η βία στις μέρες μας είναι διάχυτη. Αυτό που ζούμε, παίρνοντας αφορμή από τις εξαιρετικές εισηγήσεις στοχαστών όπως οι ψυχαναλυτές Σ. Μανωλόπουλος, Στ. Μπεράτη, Κ. Μπαζαρίδης, Αρ. Σκουλίκα και Μ. Χατζηανδρέου, αλλά και των κοινωνικών επιστημόνων και αρθρογράφων όπως οι Β. Γεωργιάδου, Λ. Λουλούδης (που δεν είναι πλέον στη ζωή), Παντελής Μπουκάλας, Γιάννης Πανούσης και Ιωάννα Τσιγκάνου, δεν μπορεί να νοηματοδοτηθεί μονοσήμαντα. Ζούμε τις πολλαπλές σημασίες της βίας. Ο ιστορικός χρόνος τρέχει ασταμάτητα, ζούμε εν ακινησία μια τρελή κούρσα ταχύτητας στον τρόπο που εξελίσσονται τα γεγονότα. Είναι μόλις ένας χρόνος από τη ζωή μας. Ενα χρόνο μετά έχουν συμβεί πολλά και πυκνά σε νοήματα. Ας μην τα απαριθμήσουμε, είναι και αυτό μια μορφή βίας. Η βία ως βιασύνη μάς καθιστά ανίκανους να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις. Νομίζουμε ότι τις παρακολουθούμε αλλά δεν υπάρχει χρόνος να τις νοηματοδοτήσουμε.

Αυτό γεννά σαν τσουνάμι το συνεχές της επιθετικότητας, της τυφλής και ορισμένης οργής, του θυμού των ανθρώπων απέναντι στους περιορισμούς, απέναντι στους θεσμούς. Υπάρχει αυτός ο εσωτερικός θυμός απέναντι σε ό,τι μας συμβαίνει που κανείς σε βάθος δεν μπορεί να αντέξει. Υπάρχει η φράση ενός παιδιού που ρωτάει με δάκρυα στα μάτια τη μαμά του: «Είμαστε τόσο κακοί και μας έχει συμβεί αυτό το κακό;». Αυτό το ερώτημα, με άπειρες παραλλαγές, ενυπάρχει και στους ενηλίκους. Ενα «γιατί» που δεν μπορεί να απαντηθεί. Το «γιατί μας συμβαίνει το κακό» δεν έχει μεμονωμένη απάντηση, σίγουρα δεν έχει καμία εύκολη απάντηση. Και ψάχνουμε να βρούμε τους υπαίτιους. Γιατί κάποτε φανταστήκαμε ότι η ζωή έχει και τις λύσεις και τις απαντήσεις για εμάς. Αυτή η παιδική φαντασιωσική παντοδυναμία που συνεχίζεται εν πολλοίς και όσο μεγαλώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι καταρρέει σε στιγμές τεράστιας αβεβαιότητας, όπως αυτή που ζούμε τον τελευταίο χρόνο. 

Γιατί η ζωή είναι αν-ήθικη, είναι αβέβαιη, ρευστή, απρόβλεπτη. Αυτό είναι δύσκολο να το αντέξει ο νους. Για να το αντέξει, επικαλείται τη σκέψη, τη λογική, τη γνώση. Για να τιθασεύσει τη βία μέσα του, τη βία έξω από αυτόν. Οση επεξεργασία και εάν έχει γίνει, είναι αδύνατον να χτιστούν τόσο αρραγή ψυχικά τοιχώματα ώστε να παρέχουν συνεχή προστασία απέναντι στη συνεχή αβεβαιότητα. Δεν υπάρχουν αυτές οι πόρτες που σφαλίζουν πίσω τους κάθε φόβο. Δεν υπάρχουν αυτά τα θωρακισμένα παράθυρα που θα αποφύγουν την αναποδιά. Ο τρόμος απέναντι στο ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις οδηγεί τους ανθρώπους σε μεγάλη δίνη, ταραχή, σε διάχυτο άγχος. Οσο πιο ευάλωτοι οι άνθρωποι, τόσο πιο θυμωμένοι. Ο θυμός προκύπτει από αυτή την παιδική ανάγκη, «κάποιος να ξέρει καλύτερα από εμάς». Αυτοί που μας κυβερνούν πάντα χρεώνονται αυτόν το ρόλο. «Είναι η δουλειά τους, θα έπρεπε να ξέρουν». Οπως τώρα χρεώνονται τα πάντα και οι γιατροί, «γιατί είναι η δουλειά τους». Και όταν δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις μας, όταν δεν έρχεται η λύση έτσι όπως τη θέλουμε ή όπως θα τη φανταζόμασταν, τότε θυμώνουμε. 

Σαν το παιδί που έμεινε αφρόντιστο και εγκαταλελειμμένο, είμαστε έτοιμοι να επιτεθούμε γιατί μας εξαπάτησαν. Το αίσθημα του πόνου και της ματαίωσης είναι τόσο μεγάλο στον εξαπατηθέντα, που μπορεί να γίνει και αυτοκαταστροφικό τούτη την ώρα. Ο εξαπατηθείς συντήρησε για πάρα πολλά χρόνια την επιθυμία να εξαπατιέται. Να παραμείνει στη ρομαντική και ασφαλή σφαίρα της καλής εκδοχής του παραμυθιού, εκεί όπου δεν υπάρχουν γήρας, πόνος, απώλεια, φόνος, καθρέφτης του ανεπαρκούς εαυτού. Μόνο πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Οι καλοί δεν είναι οι κακοί. Τη στιγμή που στην πραγματική ζωή είμαστε και τα δύο. Αυτό που κινδυνεύει στις μέρες μας είναι η σκέψη. Και είναι το μόνο που θα μας σώσει. Οπως έλεγε και ο Βρετανός ψυχαναλυτής Alfred Bion, εκεί που η σκέψη δεν επαρκεί για να επεξεργαστεί τις εσωτερικές και εξωτερικές εντάσεις, στερήσεις και απογοητεύσεις, εκεί ξεσπά η βία. Θα προσέθετα ότι η βία στις μέρες μας ξεσπά και από τον ταχύ τρόπο που παίρνουμε την πληροφορία.

Από τον καταιγισμό των ειδήσεων και των απόψεων στα social media. Αυτή η άμεση αναπαραγωγή της εικόνας και της είδησης, χωρίς να μεσολαβεί ο αναγκαστικός ενδιάμεσος χώρος της επεξεργασίας των ειδικών, έχει οδηγήσει τους ανθρώπους σε ένα παραληρηματικό ταγκό όπου νιώθουν ότι συμμετέχουν σε κάτι χωρίς να το γνωρίζουν. Είμαστε κατά φαντασίαν ισότιμοι, αλλά στην ουσία είμαστε ανίδεοι. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από την κατάργηση του ενδιάμεσου χώρου. Στην κοινωνία και στον ψυχισμό. Χρειαζόμαστε τους αντιπροσώπους των θεσμών και της λογικής. Οταν καταργούνται οι διαμεσολαβήσεις, όταν καταργούνται ο χρόνος, η ψυχραιμία και η ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται με σύνθετο τρόπο, να μελετά σε βάθος και όχι να διατρέχει το κείμενο, τότε οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να μείνουν καθηλωμένες, όχι στην πανδημία, αλλά στην ανωριμότητα και στη χειραγώγηση.