ΜΟΥΣΙΚΗ

Η αστική εξερεύνηση του Momus

Ο Σκωτσέζος μουσικός μιλάει στην «Κ» για το νέο άλμπουμ του «Athenian», εμπνευσμένο από την Αθήνα

Η αστική εξερεύνηση του Momus

«Πάντα ήξερα ότι θα μπορούσα να εξάψω τη φαντασία του κόσμου και να του δείξω πώς μπορεί να μεταμορφωθεί», τραγουδάει ένας νέος, ψηλός και αδύνατος τροβαδούρος, με μια κιθάρα στο χέρι, σε ένα βίντεο της γαλλικής τηλεόρασης από το μακρινό 1988. Θυμίζει, φυσιογνωμικά και μουσικά, τον Ζακ Μπρελ, και στους στίχους του κομματιού που παίζει ονομάζει τον εαυτό του «μαοϊκό διανοούμενο της μουσικής βιομηχανίας» και «ανήσυχο, οργανωμένο και υπερβολικά μορφωμένο».

Τριάντα τρία χρόνια και ισάριθμους δίσκους μετά, ο εκκεντρικός Σκωτσέζος Nicholas Currie (που ηχογραφεί με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Momus) συνεχίζει να γράφει τους πολιτικούς, εμπρηστικούς και προκλητικούς στίχους του και να παράγει ήχους που έχουν αλλάξει τόσες φορές χρώματα και χροιά όσο και οι πόλεις ανά τον κόσμο στις οποίες έχει ζήσει.

Τον τελευταίο καιρό (από τον Δεκέμβριο της χρονιάς που πέρασε) ζει στην Αθήνα και ηχογραφεί ένα δίσκο που λέγεται «Αθηναίος» («Athenian»). Στο ομώνυμο κομμάτι λέει πως «όσες φορές κι αν ανέβεις πάνω στον Λυκαβηττό ή στου Φιλοπάππου, η θέα πάντα σε συναρπάζει», σαν κάποιος που ξέρει καλά την πόλη.

Δεν θέλει να τον λένε τουρίστα – άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που ζει στην Αθήνα: σε ηλικία δέκα ετών, το 1969, έρχεται λόγω της δουλειάς του πατέρα του στην πόλη και ζει για δύο χρόνια στο Παλαιό Ψυχικό. Το 1991, ένας Ελληνας φοιτητής στο Λονδίνο ήταν γραφτό να τον φέρει ξανά στην Αθήνα. Ο αείμνηστος Νίκος Τριανταφυλλίδης σκηνοθετεί, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού του στο London International Film School, ένα δεκάλεπτο ντοκιμαντέρ γι’ αυτόν, το «Amongst women only», και δίνει στον ιδιοσυγκρασιακό καλλιτέχνη μια ξεχωριστή θέση στο προσωπικό του καλλιτεχνικό πάνθεον (εκεί όπου κατοικούν «καταραμένοι» και συγκλονιστικοί καλλιτέχνες σαν τον Λουίτζι Τένκο, τον Τζέφρι Λι Πιρς ή τον Screaming Jay Hawkins). Την ίδια εποχή φέρνει τα τραγούδια του στα ερτζιανά κύματα της Αθήνας – και αυτά μοιάζει να ταιριάζουν απόλυτα στους ουρανούς της πόλης, αφού θυμίζουν ήχους που είχαν ήδη αποκτήσει μια δική τους «αθηναϊκή» διάσταση (ήταν οι ήχοι του Σερζ Γκενσμπούρ, του Λέοναρντ Κοέν, των Pet Shop Boys και του Μαρκ Αλμοντ των ’80s ή αυτοί της ηλεκτρονικής ποπ πρωτοπορίας των αρχών των ’90s).

Ο Τριανταφυλλίδης, που εκτός από σκηνοθέτης ήταν και διοργανωτής συναυλιών, έφερε τον Momus στην Ελλάδα, τον Δεκέμβριο του 1997, στο Αν Club, σε μια συναυλία που ο τελευταίος δάκρυσε και το κοινό ανέβηκε στη σκηνή, μετατρέποντας την όλη εμπειρία σε κάτι που ο ίδιος ο καλλιτέχνης, στο blog του, είχε ονομάσει «taverna-disco».

Δέκα χρόνια αργότερα, στο Bios, ο Momus ξαναπαίζει για το αθηναϊκό κοινό, χορεύοντας αυτοσχεδιαστικά ροκ εν ρολ και σκωτσέζικους χορούς, μιμούμενος τη γάτα επί σκηνής και παίρνοντας μια κιθάρα από το κοινό για να παίξει το «Space oddity», δημιουργώντας την αίσθηση πως ο ίδιος ο Μπόουι ήταν για λίγα λεπτά εκεί.

Στην παράσταση αυτή ξεδιπλώθηκε με τον πιο πληθωρικό τρόπο η διάσταση της καλλιτεχνικής του περσόνας που ο ίδιος ονομάζει «σατιρικό βαριετέ» – και, πράγματι, εκείνο το βράδυ, ο Momus έμοιαζε να μπορεί να τραγουδήσει όλα τα τραγούδια, να πει όλες τις ιστορίες και να χορέψει όλους τους χορούς του κόσμου, σαν ένας κλόουν-διανοούμενος που χλευάζει με αφροδισιακή ευφυΐα ανθρώπους, θεούς και δαίμονες, σαν ένας «Ανθρωπος που έπεσε στη Γη», όπως ο ίδιος ο Μπόουι στην ομώνυμη ταινία που ο Νίκολας Ρεγκ γύρισε το 1976. Την άνοιξη του 2021 μας δίνει μια συνέντευξη από το αθηναϊκό του διαμέρισμα, όπου μοιάζει να χλευάζει ακόμη και τον μεγάλο εχθρό, τον ίδιο τον χρόνο: η νεανική του εμφάνιση το κάνει αδύνατο να πιστέψεις πως είναι 61 ετών.

Η αστική εξερεύνηση του Momus-1

– Είναι έκδηλο, όταν διατρέχει κανείς την μακρά σου δισκογραφία, οτι μέσα της βρίσκεται η ψυχή του Μπόουι. Στην απολαυστική σου σειρά «Open University» στο κανάλι σου στο youtube, κάποια στιγμή πιάνεις μια κιθάρα και αρχίζεις να παίζεις τα πρώτα ακόρντα του «Space Oddity», κι αληθινά είναι λες και ο ίδιος ο Μπόουι βρίσκεται στο δωμάτιο. Φαίνεται πως ακόμα και ο ίδιος το συνειδητοποιείς, και σπεύδεις να εξηγήσεις: «Δεν είμαι ο Ντέιβιντ Μπόουι – εκτός από τις στιγμές που ανεβαίνω στη σκηνή, και κάνω ένα σκετς σε στυλ καμπαρέ, όπου είμαι η μετενσάρκωση του». Μπορείς να μας πεις λίγα πράγματα για τη θέση που αυτός έχει στη ζωή και στο έργο σου;

– Ο Μπόουι εμφανίστηκε στη ζωή μου το 1972. Ήταν μια ιδιαιτέρως ατυχής στιγμή για μένα, γιατί ενώ μου είχε αρέσει πολύ που ζούσα στην Αθήνα, οι γονείς μου με είχαν στείλει πίσω στη Σκωτία, εσώκλειστο σε ένα καταθλιπτικό ιδιωτικό σχολείο. Σ’ εκείνη τη συνθήκη, τραγούδια σαν το «All the Madmen» έκαναν όλο το νόημα του κόσμου. Ο Μπόουι έγινε για μένα κάτι σαν κρυφός φίλος που με συνόδευσε έκτοτε σε όλη μου την υπόλοιπη πορεία. Δε φοβόταν να αντιμετωπίζει σκοτεινά θέματα, τα οποία κάπως κατάφερνε να μεταμορφώνει σε κάτι λαμπερό. Πολύ καιρό πριν έρθει το ίντερνετ, είχε γίνει το ευρετήριο μου, ο οδηγός μου για κάθε συναρπαστική έκφανση κουλτούρας, από τον Φίλιπ Γκλας και τον Μπάροουζ ως το γιαπωνέζικο θέατρο Καμπούκι. Ήταν ένας ηλεκτρονικός παραστατικός καλλιτέχνης, ένας σύγχρονος κωμικός του βαριετέ, ένας νομάς που ρούφαγε σα σφουγγάρι κάθε προϊόν πολιτισμού. Σκεφτόμουν τότε: «Τέτοιου είδους άνθρωπος θέλω να γίνω!».

– Κι όμως, δεν είναι μόνο ο Μπόουι που αναγνωρίζει κανείς στη δουλειά σου. Είναι φανερό πως εμφανίζονται σε αυτήν και καλλιτέχνες σαν τον Γκενσμπούρ, τον Ζακ Μπρελ, τον Σκοτ Γουόκερ ή τον Λέοναρντ Κοέν –  για να αναφέρουμε κάποιους. Φαίνεται πως αυτοί οι προσωπικοί ήρωες υπήρξαν κεντρικοί στην μυθολογία σου. Γιατί διάλεξες αυτους – και, θα ήθελες να μας αναφέρεις κάποιους ακόμα;

– Νομίζω πως Ντέιβιντ Σύλβιαν και ο Ρουίτσι Σακαμότο (για να μιλήσουμε για τους ζώντες!) ήταν σημαντικοί για μένα. Και, ανάμεσα στους συγγραφείς, ο Κάφκα, ο Καλβίνο και ο Μπρεχτ. Ο καθένας από αυτούς έμοιαζε να περικλείει στο έργο του έναν άμεσα αναγνωρίσιμο κόσμο – ή, αλλιώς – να συνοψίζει μια έκφανση του κόσμου. Ο Κάφκα πότιζε με μαγεία πεθαμένες γραφειοκρατίες, ακόμα κι όταν έμοιαζε να τις καταδικάζει. Ο Μπρεχτ προσάρμοσε το Ασιατικό θέατρο στη Δύση σε έργα που αποδοκιμάζουν τις αποτυχίες μας στους τομείς της ισότητας και της συλλογικότητας. Ο Μπρελ επέκρινε τις ηθικές μας αποτυχίες και την έλλειψη θάρρους μας. Ο Γουόκερ έφερε μια τεράστια, τολμηρή και μυστήρια αισθαντικότητα στην μουσική του – κάτι κινηματογραφικό. Ο Κοέν ήταν τόσο εκφραστικός και τόσο «ενήλικος». Και, ο Γκενζμπούρ, έμοιαζε να καταλαβαίνει τη σεξουαλικότητα, την αισθαντικότητα, το παιχνίδι. Προσπαθώ να στέκομαι στο σημείο που πέφτει η σκιά τους, αλλά φυσικά αυτό εξαρτάται από την ώρα της ημέρας, και την εποχή.

– Eίσαι από αυτούς τους καλλιτέχνες που έχουν υπάρξει επιδραστικοί και καινοτόμοι στο χώρο τους, κι όμως, δεν έχουν συναντήσει αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία. Μετά από αυτά τα τριάντα έξι χρόνια ηχογραφήσεων παραμένεις, ακόμα, γενικά μιλώντας, άγνωστος. Ίσως αυτό είναι θέμα προσωπικής σου απόφασης; Ή μήπως το αντικονφορμιστικό, προβοκατόρικο μήνυμα σου, είναι δύσπεπτο για το ευρύ κοινό;

– Εδώ είναι που διαφέρω από τον Μπόουι. Μπορείς να το δεις αυτό κοιτώντας πίσω στην καριέρα του: ήταν πρόθυμος να συμβιβαστεί ώστε να ικανοποιήσει τις εκάστοτε διαθέσεις του κοινού. Σε ύστερο στάδιο στην καριέρα του είχε κιόλας παραδεχτεί πόσο μεγάλο λάθος ήταν αυτό που είχε ο ίδιος ονομάσει «τα Φιλ Κόλινς χρόνια» του. Είμαι πολύ πεισματάρης, με την έννοια ότι παίρνω μια βαθιά ανάσα και πάω και φτιάχνω άλμπουμ που πιστεύω πως πρέπει να υπάρχουν, κι όχι προϊόντα που θα πουλήσουν. Ναι, φυσικά, υπάρχουν λιγότεροι άνθρωποι εκεί έξω στο δικό μου μήκος κύματος απ’ όσους πίστευα πως θα βρω, αλλά αυτό δεν με αποθαρρύνει. Η ανωνυμία είναι, μάλλον, εξίσου απολαυστική με τη φήμη. Δεν καταλαβαίνω κιόλας γιατί οι καλλιτέχνες ακόμα κυνηγούν τη φήμη όταν υπάρχουν πια τόσα σημάδια ότι όχι μόνο δεν μας ικανοποιεί αυτό σε προσωπικό επίπεδο (για την ακρίβεια, έχει την τάση να μας κάνει τέρατα και να μικραίνει τις ζωές μας!) αλλά και ούτε μας καλυτερεύει σαν καλλιτέχνες. Μου αρέσει να με χαιρετούν στο δρόμο κάθε δύο εβδομάδες. Αν αυτό γινόταν κάθε δύο λεπτά, θα ήταν πολύ ενοχλητικό. Νομίζω πως, κάθε περιθωριακός καλλιτέχνης, πρέπει να πιστεύει σε εκείνη τη φράση στο κατά Μάρκο ευαγγέλιο: «Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του;»

– Σε ένα κείμενο που έγραψες το 1991, που δημοσιεύτηκε ένα χρόνο αργότερα σ’ ένα φανζίν και σε μια εφημερίδα στη Σουηδία, βρίσκω κάποια συναρπαστικά λόγια σου: «Το μέλλον θα είναι ένα σμήνος από μουσικά θραύσματα που θα ταξιδεύει προς πάσα κατεύθυνση μακριά από τα ’60s. Θα είναι καλλιτέχνες σαν τον Μόρισεϊ και τους Νιρβάνα και τους “Carter the Unstoppable Sex Machine” – ο καθένας τους επικεφαλής σε αυτόνομες μικρές (ή μεγάλες) αιρέσεις. H κλασική ερώτηση “Τι μουσική ακούς;” θα γίνει μια θαυμάσια διχαστική και επικίνδυνη ερώτηση. Και τα παλιά, ενωτικά αστέρια, όπως η Μαντόνα κι ο Μάικλ Τζάκσον θα φαίνονται πια σαν τα τελευταία του είδους τους, παγκόσμιοι μονόλιθοι, απολιθώματα μια εποχής μονοπωλιακού καπιταλισμού που διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια». Αρκετά προφητικό – δεν νομίζεις;

– Τελικά, νομίζω πως ήμουν και σωστός, και λάθος. Υπάρχουν, στα σίγουρα, πολλοί καλλιτέχνες που γίνονται «διάσημοι για δεκαπέντε ανθρώπους» αλλά υπάρχουν ακόμα τεράστιες μαζικές επιτυχίες – όπως συμβαίνει με την περίπτωση των Κορεατών BTS. Οι άνθρωποι ακόμα αρέσκονται στο να συσπειρώνονται σε μεγάλα πλήθη – ιδίως όταν είναι νέοι.

Η αστική εξερεύνηση του Momus-2
Ο Momus στο αθηναϊκό του διαμέρισμα, στην πόλη, ανάμεσα στα άλμπουμ του: η νεανική του εμφάνιση κάνει αδύνατο να πιστέψεις πως είναι 61 ετών.

– Υπάρχουν πολλά τραγούδια με λίστες (“list songs”) στο εκτενές σου ανθολόγιο – άραγε, αυτά είναι κάποιου είδους προσωπικά μουσεία γεμάτα με αγαπημένα θέματα – “cabinet of curiosities” – που θες να μοιραστείς με το κοινό σου;

– Υποθέτω πως πρόκειται για συλλογές που η λογική τους αποκαλύπτεται όταν ξεδιπλώνονται. Έχουν κάτι κοινό με ένα σημείο στίξης που μου αρέσει, την άνω τελεία, που επιτρέπει μια κάποια αοριστία στο τι υπάρχει πριν ή μετά από αυτήν. Όταν συγγράφω δοκίμια, επίσης μου αρέσει να χρησιμοποιώ λίστες, πολλές φορές αριθμημένες λίστες, και να συλλέγω στοιχεία ή αντιλήψεις χωρίς απαραίτητα να συνδέω τις σκέψεις με κάποιο συγκροτημένο (ή μη συγκροτημένο) τρόπο. Αυτό δίνει στον αναγνώστη/ακροατή λίγη παραπάνω δουλειά να κάνει, και είναι κάτι που απομακρύνει την πιθανότητα για πατρονάρισμα ή ντάντεμα.

– Έχει κανείς την εντυπωση πως δεν εμφανίζονται καινούρια πράγματα στην μουσική – σε όλη την τέχνη, για την ακρίβεια – τα τελευταία χρόνια, πως οτιδήποτε παράγεται πλέον είναι απλά καλοφτιαγμένες εκδοχές παλιότερων νεωτερισμών – δε συμφωνείς;

– Υπάρχει μια φράση που είχε πει ο αδικοχαμένος Άγγλος φιλόσοφος Mark Fisher στο βιβλίο του “Ghosts of my Life”: «O εικοστός πρώτος αιώνας αποτελεί κυρίως μια θέαση των επιτευγμάτων του εικοστού σε υψηλότερης ανάλυσης οθόνες». Μοιάζει όλο αυτό με μια φαντασματολογία των αρχείων. Έχουμε πλέον τόσο ακραία βελτιωμένη πρόσβαση σε αρχειακό υλικό, που είναι αδύνατον να μην θαμπώνεται κανείς από τι έχει συμβεί στο παρελθόν. Η παράδοση πάντα ήταν σημαντική στην κουλτούρα, αλλά όταν αποχαυνώνει τους καλλιτέχνες, αυτό αποτελεί σημάδι πως κάτι έχει πάει στραβά και είναι η ώρα για μια νέα ομάδα Φουτουριστών να αρχίζουν να μιλούν για το κάψιμο των μουσείων ή έναν νέο Αρτώ να φωνάξει: «Οχι άλλα αριστουργήματα!». Πιστεύω πως τέτοιες φιγούρες θα γεννηθούν τη δεκαετία αυτή, αλλά προσωπικά είμαι χαρούμενος να συνεχίσω να κάνω φύλλο και φτερό τα αρχεία και να επαναπροσδιορίζω μορφές του προηγούμενου αιώνα. Όπως, λόγου χάρη στο νέο μου άλμπουμ, ακόμα και τον Μπένι Χίλλ!  

– Ας μιλήσουμε λίγο για τον «Αθηναίο». Που τον κατατάσσεις μουσικά; Φαίνεται πως αποτελεί ακόμα μια συλλογή σου από θεατρικά-βαριετέ μονόπρακτα, απ’ αυτά που συνηθίζεις να κάνεις τα τελευταία χρόνια. Aυτή τη φορά, ίσως με μια γεύση Αθήνας;

– Υπάρχουν δύο βασικά στοιχεία που ορίζουν τον ήχο του «Αθηναίου». To 2019 αγόρασα ένα ακορντεόν στο Βερολίνο και άρχισα να φτιάχνω τραγούδια χρησιμοποιώντας τα κουμπιά των συγχορδιών για να παράγω έναν απότομο, επαναληπτικό ήχο, εμπνευσμένο από τον Φίλιπ Γκλας, τον Μάικλ Νάιμαν την Μέρεντιθ Μονκ ή τον Τζούλιους Ήστμαν – τους μινιμαλιστές της μουσικής συστημάτων. Ο «Αθηναίος» το συνεχίζει αυτό με φτηνό ακορντεόν που βρήκα σ’ ένα παζάρι στην Αθήνα. Άλλα ο ήχος του άλμπουμ προέρχεται και απο την ηχώ που άφησε μέσα μου η διετία 1969-1971 που έζησα εδώ:  πράγματα όπως η ροκ όπερα “Hair”, το “Abbey Road” των Beatles ή η ταινία “The Italian Job”. Γυρνάω όμως κι έναν αιώνα πίσω, στην πανδημία του 1918, και στις προσπάθειες καλλιτεχνών όπως ο Wyndham Lewis να προβλέψουν πως θα ήταν η δεκαετία του ’20 που ακολουθούσε. Το όλο κόνσεπτ του για το νεοφώτιστο, έναν ενθουσιώδη πρωτάρη που ήταν έτοιμος να αγκαλιάσει το «νέο» ενώ ταυτόχρονα ήταν αβέβαιος τι μορφή μπορεί τελικά να πάρει αυτό – είναι κεντρικό στο άλμπουμ. Υπάρχουν επίσης τραγούδια που μιλούν για το άσκοπο των «πολιτικών της ταυτότητας» που προσωπικά θεωρώ ότι αποτελούν έναν πολιτισμικό πόλεμο που μας αποπροσανατολίζει από αληθινά προβλήματα της εποχής όπως η κλιματική αλλαγή και η ανισότητα.

– Έχεις ξαναζήσει στην Αθήνα μικρός, την έχεις ξαναεπισκεφτεί από τότε, και τώρα ζεις σ’ αυτήν εδώ και τέσσερις μήνες. Πως ήταν η παιδική σου εμπειρία εδώ, σε σύγκριση με την τωρινή;

– Έφτασα εδώ στα τέλη του Οκτώβρη, και έμαθα περισσότερα για την πόλη σε λίγους μήνες απ’ ότι έμαθα σε δύο χρόνια σαν παιδί – ακόμα και υπό καθεστώς απαγόρευσης – ίσως γιατί τα παιδιά βρίσκονται πάντα σε μια χειρότερης μορφής λοκντάουν, ανίκανα να ταξιδέψουν ή να εξερευνήσουν πέραν των μικρών τους κόσμων. Σαν παιδί διέμμεινα κατά κύριο λόγο στο Παλαιό Ψυχικό, που είναι στην πραγματικότητα μια βαρετή γειτονιά, με την έννοια πως δεν διαθέτει καθόλου «ζωή του δρόμου». Ο πατέρας μου δούλευε για το Βρετανικό Συμβούλιο στην Πλατεία Κολωνακίου, μια περιοχή που επειδή είναι «διεθνής», είναι μια από τις λιγοτερο «αθηναϊκές» περιοχές της Αθήνας. Έτσι, αυτή τη φορά, κατάφερα να εξερευνήσω περιοχές όπως η Νίκαια, ο Πειραιάς ή το Χαλάνδρι. Υπάρχουν, βέβαια, πράγματα, που δεν άλλαξαν, όπως η γενναιοδωρία των Ελλήνων ή η μυρωδιά των πεύκων και των κέδρων κάτω από τον ήλιο. Επίσης συνειδητοποίησα πως πράγματα που νόμιζα οτί ήταν «πολύ 1970» ήταν για την ακρίβεια «πολύ Αθήνα 1970». Με άλλα λόγια, εσωτερικοποίησα μια μάλλον τοπική εκδοχή του διεθνούς στυλ των ’70s. Για παράδειγμα, στον Νέο Κόσμο μπορεί να περάσω έξω από ένα συνεργείο αυτοκινήτων αφιερωμένο στο να ανακαινίζει Μίνι Κούπερ εκείνης της δεκαετίας και παλιούς Σκαραβαίους και να βρίσκω εκεί ένα συγκεκριμένο κίτρινο με το οποίο έβαψα το ποδήλατο μου τότε. Ή πάλι, μπορεί να παρατηρήσω ένα συγκεκριμένο γωνιώδες μοτίβο σε μια μωβ κουβέρτα που έχει απλωθεί στο κάγκελο ενός μπαλκονιού στο Χαλάνδρι και να ξαναγυρίσω στη δεκαετία του ΄70, συνειδητοποιώντας πως τα ερεθίσματα στα οποία αντιδρούσα ως δεκάχρονος στην Αθήνα του 1970, δεν ήταν απλά μια έκφραση του πνεύματος μιας εποχής, αλλά επίσης της ψυχής ενός τόπου.

Η αστική εξερεύνηση του Momus-3

– Πως ήρθε η απόφαση να έρθεις στην Αθήνα – και, χαίρεσαι γι’ αυτήν; Θα παρέμενες στην πόλη αυτή, ακόμα κι όταν περάσει η καταιγίδα;

– Συνήθως μοιράζω το χρόνο μου μεταξύ του Παρισιού, όπου ζει η σύντροφος μου, και του Βερολίνου, όπου διατηρώ ένα διαμέρισμα. Τον Οκτώβρη, η Ναόμι κι εγώ αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε προς άγνωστο προορισμό. Καταλήξαμε στην Αθήνα, βλέποντας την σαν υποκατάστατο της «Ανατολής» – άλλωστε η Ελλάδα είναι το πιο ανατολικό σημείο στο οποίο μπορείς να πας στην Ευρώπη. Επιπλέον, είχα ιντριγκαριστεί από τις διάφορες φήμες που έλεγαν πως η Αθήνα είναι το «νέο Βερολίνο». Νομίζω πως αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν βάση, γιατί βρήκα ένα πολύ ενδιαφέρον γκρουπ από καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο που ζουν εδώ, έχοντας την ευκαιρία να βρίσκουν σχετικά φθηνά στούντιο και ενοίκια. Η άφιξη της Μπιενάλε της Αθήνας το 2007 έπαιξε σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση – και το ίδιο έκανε και η Documenta του 2017. Είμαι σίγουρος πως η Αθήνα θα συνεχίσει να προσελκύει καλλιτέχνες και «ψηφιακούς νομάδες».

– Πες μου κάτι που ανακάλυψες με ενθουσιασμό στην Αθήνα αυτούς τους τελευταίους μήνες.

– Κάνω πολύ «urbex» – (urban exploration – αστική εξερεύνηση), και έτσι είχα μια φοβερή εμπειρία ξαναανακαλύπτοντας το παρατημένο Ελληνικό αεροδρόμιο. Αναγνώρισα το κτήριο του Saarinen, το μέρος που βίωσα τόσα πολλά αντίο με την οικογένεια μου και όπου πρωτοείδα τις Αθηναϊκές άσπρες πολυκατοικίες σκαρφαλωμενες στον Υμηττό το 1969. Εκεί ένιωσα πως ζούσα εκείνη τη σκηνή στην «Επιστροφή στον Πλανήτη των Πιθήκων», όπου εμφανίζεται το άγαλμα της Ελευθερίας μισοθαμμένο.

– Τι θυμάσαι από τις συναυλίες σου στην Αθήνα και ποιες είναι οι μνήμες σου από τον Νίκο Τριανταφυλλίδη;

– Ο Νίκος ήταν μια απίστευτα ενθαρρυντική φιγούρα, που με εισήγαγε στο Ελληνικό κοινό. Έφυγε, τραγικά νωρίς, απο καρκίνο. Οταν συναντηθήκαμε πρώτη φορά, το 1991, έκανε ένα φιλμ για μένα (το ντοκιμαντέρ «Amongst Women Only») και την τελευταία φορά που τον είδα, μου οργάνωσε μια συναυλία στην Αθήνα. Ήταν, μπορεί να πει κανείς, ένας «σκοτεινός ρομαντικός», μαγεμένος από τις μεγάλες μορφές του underground. Μου θύμιζε τον Όρσον Γουέλς. Ήταν μια Μπωντλερική μορφή, και του άρεσε να φοράει κάπες. Όσο για τις συναυλίες μου – δε θυμάμαι και πολλά από αυτές! Μόνο, ίσως λεπτομέρειες: τον καθρέφτη στις τουαλέτες του Bios ή την γοητευτική τραγουδίστρια μιας από τις σαπόρτ μπάντες.

– Θυμάμαι, το 2001, να διαβάζω στο blog σου, λίγες ωρές μετά την πτώση των Δίδυμων Πύργων, μια αξέχαστη φράση σου. Έμενες τότε στη Νέα Υόρκη, έβλεπες τους καπνούς από την ταράτσα του διαμερίσματος σου στην Τσάιναταουν, κι έγραφες τα εξής: «Είμαστε κολλημένοι στον Μεσαίωνα, περιμένοντας μια καθυστερημένη πτήση για το Διαφωτισμό». Θα μπορούσες άραγε, να συνοψίσεις τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στον πλανήτη, με μια παρόμοια φράση;

– Νομίζω πως αρκετά από τα πρόσφατα τραγούδια μου το καταφέρνουν αυτό με τον πιο συνοπτικό τρόπο. «Καταλήξαμε νά ‘χουμε γίνει χαμένα κορμιά με υπολογιστές τσέπης» (“We’ve ended up losers with little computers”), λέω κάπου στο κομμάτι “Oblivion”, στο άλμπουμ “Vivid” του 2020. Ή, στο καινούριο άλμπουμ, κάπου λέω: «Κακόμοιρα τρολ που μπλογκάρουν σε ζωντανή σύνδεση την Αποκάλυψη και σκρολάρουν ατέρμονα στις τελευταίες μέρες της Ανθρωπότητας» (“Poor trolls, liveblogging the apocalypse, doomscroll through the last days of mankind”). Νομίζω πως η ανθρωπότητα είναι, πιθανώς, αρκετά ηλίθια και διαλυμένη ώστε να επιβιώσει της τωρινής κρίσης, γι’ αυτό και προσπαθώ να απολαμβάνω όσο μπορώ κάθε μέρα όπως αυτή έρχεται – αγοράζοντας ζουμέρα μούσμουλα σε μια λαϊκή αγορά ή έναν αρωματικό καφέ Samba.

– Στο άλμπουμ σου του 1995, το “The Philosophy of Momus”, στο “list song” σου με τον ομώνυμο τίτλο, παραθέτεις μια σειρά από αξιομνημόνευτους αφορισμούς. Ένας απ’ αυτούς (μεταξύ πολλών άλλων!) καρφώθηκε έκτοτε στο μυαλό μου. Λες κάπου πως «Ο τόπος έχει λιγότερη σημασία, όταν διαλέγουμε που θα μείνουμε και ποιοι θα είμαστε» (“Place matters less as we choose where to live and who to be”). Μπορείς να μου πεις περισσότερα, σχετικά με αυτή τη σκέψη;

– Νομίζω πως αυτό που εννοούσα ήταν οτι ο τόπος – με την έννοια του που βρίσκονται οι γενεαλογικές μας ρίζες – δεν έχει πια την νομοτελειακή σημασία που είχε κάποτε. Κάποτε διάβασα πως ο τραγικός ήρωας της Δύσης προσπαθεί να αλλάξει τη μοίρα του ενώ ο τραγικός ήρωας της Ανατολής την «γεύεται». Έχοντας περάσει τόσο καιρό στην Ανατολή, έχω, νομίζω, προσπαθήσει, να κάνω και τα τα δύο: και να αλλάξω, αλλά και να γευτώ τη μοίρα μου. Η ειρωνεία είναι πως είμαι ένας ατομικιστής που εκτιμά τις πιο συλλογικές κοινωνίες, ένας ριζοσπαστικός τύπος που χαίρεται τις συντηρητικές κοινωνίες και κάποιος που νιώθει ελεύθερος σε τόπους που οι άνθρωποι δεν είναι και τόσο ελεύθεροι – είμαι ένα άτομο του «οπουδήποτε» που έλκεται από το «κάπου».

– Ένα χρόνο πριν, στο άλμπουμ που έφτιαξες ως απάντηση στο πρώτο κύμα της πανδημίας, τραγουδάς κάπου: «Οι λαμπερές μέρες επιστρέφουν στο γκρι / Το οξυγόνο εξαφανίζεται / Αυτό που κάποτε νόμιζες πως είναι αέρας για να αναπνεύσεις / Αρχίζει να χάνεται και να τρομάζει» (“The brilliant days return to grey / Oxygen begins to disappear / What once you thought was breathing air / Begins to scarcen and to scare”). Νιωθεις ακόμα το ίδιο – ή ίσως η απόδραση σου στην Αθήνα βοήθησε στο να μειωθεί αυτή η αίσθηση εσχατολογίας;

– Η αλήθεια είναι πως είχα έναν υπέροχο χρόνο. Πέρασα τον Covid ελαφρά τον περσινό Μάρτιο και έκτοτε νιωθω αρκετά ασφαλής και άτρωτος. Παρα τα διάφορα λοκντάουν κατάφερα να ταξιδέψω – αν και λιγότερο απ’ ότι συνήθιζα να κάνω. Η σύντροφος μου μπόρεσε και πέρασε τουλάχιστον τον μισό χρόνο μαζί μου. Όπως όλοι, καλιμπράρισα εκ νέου τις αξίες μου και έγειρα προς μια πιο υπαρξιακή θεώρηση των πραγμάτων: είπα, αυτό είναι, το σήμερα, το τώρα, ίσως είναι όλα όσα έχομε, πρεπει να μάθουμε να το χαιρόμαστε. Κάπου αλλού στο ίδιο άλμπουμ αναφέρω αυτή τη διάσημη φράση του Γκράμσι: «Eίναι τελείως πιθανό να δούμε πως είμαστε σε μια κακή κατάσταση, αλλά να συμφωνήσουμε πως μπορούν να προκύψουν καλά πράγματα από αυτήν».

– Στο πρόσφατο βιβλίο του «Το Βέλος του Απόλλωνα» ο καθηγητής Νικόλας Χρηστάκης του Yale προβλέπει πως έρχεται μια εποχή μετά την πανδημία όπου οι άνθρωποι, προσπαθωντας να αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο, θα γίνουν ακραία κοινωνικοί και ηδονιστές. Σου μοιάζει κι εσένα, άραγε, σαν το φυσικό πράγμα να συμβεί; Άλλωστε, ήταν κάτι που έγινε κι έναν αιώνα πριν, τη δεκαετία του ’20, μετά την πανδημία της Ισπανικής Γρίπης.

– Ναι, μου ακούγεται τελείως αναμενόμενο και πιθανό. Απλά ελπίζω να έχουμε ως τότε κρατήσει τα λογικά μας και να έχουμε αποφύγουμε τον πόλεμο.

– Στο άλμπουμ σου του 2018 έχεις ένα τραγούδι που λέγεται «Κοσμοπολίτες Χωρίς Ρίζες» (“Rootless Cosmopolitans”) όπου τραγουδάς: «Ονειρευτήκαμε πως μπορούμε να ζήσουμε παντού / Και μερικοί απο εμάς το κάναμε στ’ αλήθεια / Πιάνοντας σπίτια στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στη Μαδρίτη» (“We dreamed we could live anywhere / And some actually did / Taking flats in Paris, Brussels and Madrid”), και στο περσινό σου άλμπουμ αναφέρεις μελαγχολικά πως είσαι κολλημένος στο διαμέρισμα σου κι ονειρεύεσαι τις εποχές που μπορούσες να διαβείς ελεύθερος σε όλο τον κόσμο, «με μια τσάντα κι ένα κορίτσι», όπως λες. Φαίνεται πως αυτή η αέναη κινητικότητα ήταν για σένα, όπως τραγουδάς κάπου, «η θάλασσα στην οποία κολυμπάς». Πως νομίζεις ότι θα αλλάξει η αίσθηση που έχουμε για τα ταξίδια, μετά από όλο αυτό;

– Αυτό που μου μοιάζει ενδιαφέρον είναι πως η «παγκόσμια ιδέα» έμοιαζε να βγαίνει εκτός μόδας πριν η πανδημία την κάνει απαγορευτική. Υπήρχε Τραμπικός απομονωτισμός και αντιλήψεις περί «υπερτουριστικοποίησης» και “flygskam” (η περιβαλλοντική ντροπή για τις πτήσεις), υπήρχαν κουβέντες περί των πολιτών του κόσμου που τελικά ήταν «πολίτες του πουθενά», και υπήρχαν και διαδηλώσεις κατά του παγκόσμιου καπιταλισμού και πως αυτός διαστρεβλώνει την αγορά εργασίας και δημιουργεί υπερβολική μετανάστευση. Ανήκω στην «διεθνιστική» πλευρά όλων αυτών των ζητημάτων, αλλά μπορεί και να ανήκω σε μιας γενιά που σβήνει. Η ζωή μου στην Οσάκα εξαρτιόταν από το να κάνω τεράστιας διάρκειας πτήσεις τουλάχιστον έξι φορές το χρόνο – κάτι που πια δεν είναι υποστηρίξιμο.

– Έζησες οκτώ χρόνια στην Οσάκα – θα επέστρεφες εκεί; Τι θυμάσαι από τις πόλεις στις οποίες έζησες;

– H Ιαπωνία πάντα θα έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, αλλά πρόσφατα η Σεούλ μου άρεσε εξίσου με το Τόκυο. Ξέρεις, υπάρχει κάποιου είδους δημιουργικό, συναρπαστικό πνεύμα που, ανα τους καιρούς, περιοδεύει από πόλη σε πόλη. Ήταν στο Λονδίνο το ’68 και στη Νέα Υόρκη το ’78, στο Τόκυο το ’88, στη Σεούλ το 2018… Είναι ένα υπέροχο παιχνίδι κυνηγητού, αν σε παίρνει να το παίξεις, αλλά πρέπει να είσαι γρήγορος και ευέλικτος, αλλά και να είσαι έτοιμος να αναθεωρήσεις και να απογοητευτείς. Γιατί, σαν ένας εραστής, έτσι και μια πόλη, μπορεί στην αρχή να σε θέλξει, αλλά μπορεί στο τέλος να σε απωθήσει.