ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Οι «Αόρατοι» μπαίνουν σε πρώτο πλάνο

Το ανθρώπινο, πολιτικό φιλμ της Μαριάννας Κακαουνάκη

oi-aoratoi-mpainoyn-se-proto-plano-561333613

«Κατεξοχήν πολιτική ταινία με ανθρώπινη καρδιά» χαρακτήρισαν οι υπεύθυνοι του Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Κοπεγχάγης το «Invisible» της Μαριάννας Κακαουνάκη και το ενέταξαν στο επίσημο πρόγραμμα της φετινής διοργάνωσης (21 Απριλίου-12 Μαΐου). Η ελληνική συμμετοχή είναι ανάμεσα στις 64 απ’ όλον τον κόσμο που θα διαγωνιστούν (από σύνολο 2.500 που υποβλήθηκαν) στις έξι διαφορετικές κατηγορίες. Οι «Αόρατοι» θα κάνουν την παγκόσμια πρεμιέρα τους την ερχόμενη Κυριακή 25 Απριλίου στο τμήμα F:ΑCT, στο οποίο περιλαμβάνονται ταινίες που κινούνται «ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και στην ερευνητική δημοσιογραφία».

Δεν είναι μόνο επαγγελματικό το ενδιαφέρον για αυτήν την ελληνική «παγκόσμια πρεμιέρα». Η Μαριάννα Κακαουνάκη είναι συνάδελφος στην «Κ», έχουμε συνεργαστεί, γνωρίζω από κοντά την αθόρυβη επιμονή της, τη «δέσμευσή» της στο θέμα που διερευνά. Η 39χρονη Μαριάννα έχει ήδη ένα πλούσιο βιογραφικό μαζί με πολλές δεξιότητες και εμπειρίες που απέκτησε όχι μόνο από στέρεες σπουδές αλλά δουλεύοντας, χωρίς ρολόι στο χέρι, σε ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα.

oi-aoratoi-mpainoyn-se-proto-plano0Τι είναι όμως οι «Αόρατοι», που την εκτόξευσαν στο τρίτο μεγαλύτερο στον κόσμο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ (το CPH:DOX); Η ιστορία τους καταγράφηκε πρώτα στην κυριακάτικη «Κ», από τη δημοσιογράφο Μαριάννα Κακαουνάκη, σε μια έρευνα με τίτλο «Κέρδισαν την ελευθερία τους, έχασαν τα πάντα» (13/10/2019), πριν γίνει σενάριο και ταινία από την ίδια ως πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτιδα, αυτή τη φορά. Ενα ζευγάρι Τούρκων εκπαιδευτικών, η Γκόνζα και ο Εμπουμπεκίρ Καρά, οπαδοί του κινήματος Χιζμέτ (γνωστοί ως γκιουλενιστές), αναγκάζονται να φύγουν από τη χώρα τους τρία χρόνια μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 και τις διώξεις που εξαπέλυσε ο Ερντογάν. Μαζί τους έχουν τα τρία παιδιά τους, τον 6χρονο Μουσταφά, την 8χρονη Γκουλσούμ, και τον Αλί Ιχσάν, που ήταν δεν ήταν 3 ετών. Από τα τουρκικά παράλια επιβιβάζονται σε ένα ταχύπλοο 18 άτομα, 9 ενήλικοι και 9 παιδιά, με προορισμό τη Χίο. Τα επαγγέλματά τους: εκπαιδευτικοί, δικαστικοί, πανεπιστημιακοί. Δεν έφτασαν όλοι… Το σκάφος ανετράπη. Επτά έχασαν τη ζωή τους. Οι πέντε ήταν παιδιά.

Σεπτέμβριο του 2019, η Γκόνζα, ο Εμπουμπεκίρ και ο μικρός Αλί Ιχσάν έρχονται στην Αθήνα. Η Μαριάννα Κακαουνάκη κερδίζει την εμπιστοσύνη τους και μαζί με τον Απόστολο Νικολαΐδη, ως διευθυντή φωτογραφίας, γίνονται η σκιά τους. Τους ακολουθούν παντού. Από τη στιγμή που ανοίγουν την πόρτα ενός διαμερίσματος, στο υποβαθμισμένο κέντρο της πόλης, γεμάτο από βρώμα και έντομα –«ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πρόσφυγας», λέει ο Εμπουμπεκίρ– το οποίο μεταμορφώνουν με επιμέλεια σε ένα ευχάριστο και καθαρό σπίτι. Ο φακός «βλέπει» πολύ καθαρά και την αξιοπρέπεια και τη δύναμη με την οποία αντιμετωπίζουν μια αδιανόητη απώλεια. Το τραύμα που είναι «εκεί» και τους καθορίζει αλλά ο θρήνος δεν έχει θέση γιατί ο στόχος είναι ένας: να φύγουν σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Επτά φορές το επιχειρούν…

Παράλληλα με τη δική τους ιστορία βλέπουμε και την πορεία ενός άλλου Τούρκου, γκιουλενιστή, του 35χρονου γιατρού Αχμεντ, διωγμένου κι αυτού από τον τόπο του. «Είμαστε περίπου 1.000 οικογένειες στην Ελλάδα», λέει. Ο φακός κινείται από το σπίτι στην κοινότητα, από το επί μέρους στο γενικό, σε ανθρώπους που «αφήνουν την πατρίδα τους μόνο όταν η πατρίδα δεν σε αφήνει να μείνεις». Ο Αχμεντ προσαρμόστηκε εδώ, αγάπησε τον τόπο μας, μαθαίνει ελληνικά, δηλώνει ότι μόνο με τη γλώσσα νιώθεις «σαν στο σπίτι σου». Μαζί με άλλους συμπατριώτες του δημιουργούν μια νόμιμη εταιρεία γιατί «δεν θέλουν να κρύβονται». «Πρέπει να γίνουμε περισσότερο ορατοί», επιμένει. «Ο Ερντογάν έψαχνε αφορμές να μας καταστήσει αόρατους. Είναι δυνατόν ένα εκατ. Τούρκοι να είμαστε τρομοκράτες; Αδύνατον». Η Γκόνζα που κεντάει και αγαπάει τα βιβλία, τη μυρωδιά τους, τα κρατάει σχεδόν με μητρική τρυφερότητα, ομολογεί: «Δεν μου λείπει η πατρίδα μου. Μου λείπουν οι αναμνήσεις που έχω εκεί με τα παιδιά μου. Είμαι απογοητευμένη που οι άνθρωποι μένουν εκεί σιωπηλοί, υφιστάμενοι τις διώξεις». Η Γκόνζα, που έθαψε στη Χίο, τα δύο παιδιά της, με τα ίδια της τα χέρια.

oi-aoratoi-mpainoyn-se-proto-plano2
«Θεωρώ μεγάλο προνόμιο της δουλειάς μας να βοηθάμε αυτούς τους ανθρώπους να μοιράζονται τις ιστορίες τους», λέει η Μαριάννα Κακαουνάκη.

Είναι οι «Αόρατοι» μια ταινία πολιτική; «Ηταν ένα μεγάλο δίλημμα που είχα όταν έγραφα το σενάριο», απαντά η Μαριάννα Κακαουνάκη. «Ηθελα να γυρίσω μια ταινία που να αφηγείται κυρίως μια ανθρώπινη και όχι μια πολιτική ιστορία. Ο σκοπός μου ήταν να εστιάσω στα πρόσωπα, να φωτίσω την πορεία αυτών των ανθρώπων, αναδεικνύοντας τον παγκόσμιο χαρακτήρα της ιστορίας τους. Εχει συμβεί εκατομμύρια φορές ένας δικτάτορας, που παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα και νόμους, να αναγκάζει ένα τμήμα του πληθυσμού της χώρας του σε εξορία. Οι επιθυμίες τους είναι προβλέψιμες, συμβατικές, δεν διαφέρουν από κανενός άλλου: θέλουν να έχουν δουλειά, να πληρώνουν τους λογαριασμούς, να προσφέρουν στα παιδιά τους μια καλύτερη ζωή. Δεν ξέρω αν ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να βοηθήσει. Ξέρω όμως ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να κάνουμε αυτούς τους ανθρώπους ορατούς».

Οι ίδιοι, όμως, ήθελαν εξαρχής να γίνουν «ορατοί», ρωτάμε τη Μαριάννα Κακαουνάκη. «Για καιρό ήταν αρνητικοί και φοβόντουσαν. Συνειδητοποίησαν όμως στο τέλος ότι δεν είχαν τίποτα να χάσουν γιατί τα είχαν χάσει όλα. Το μόνο που μου ζήτησαν ήταν να μην αποκαλύψω τη χώρα που βρίσκονται τώρα. Θεωρώ μεγάλο προνόμιο της δουλειάς μας να βοηθάμε αυτούς τους ανθρώπους να μοιράζονται τις ιστορίες τους. Είναι μια διαδικασία καθαρτική και για τις δύο πλευρές».

⇒ Οι «Αόρατοι» υποστηρίχθηκαν από τον μη κερδοσκοπικό δημοσιογραφικό οργανισμό iMEdD (incubator for media education and development). Το αποτέλεσμα –υπογραμμίζει η Μαριάννα Κακαουνάκη– «είναι πραγματικά όλων μας»: του Απόστολου Νικολαΐδη (διεύθυνση φωτογραφίας), της Μυρτώς Λεκατσά –«μοντάραμε για μήνες και μαζί διαμορφώσαμε και εξελίξαμε το σενάριο»– του Αγγελου Τριανταφύλλου (μουσική), του Κωστή Κουτελιδάκη (ηχοληψία), των Κώστα Βαρυμποπιώτη και Βάλιας Τσέρου (μείξη και σχεδιασμός του ήχου) και του Αγγελου Μάντζιου (διόρθωση χρώματος). 

Επόμενος σταθμός για την ταινία το 23ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (24 Ιουνίου-4 Ιουλίου).