ΘΕΑΤΡΟ

Κατανοώντας τις «Φοίνισσες» σήμερα

Παρακολουθήσαμε τη δεύτερη καλοκαιρινή παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο

katanoontas-tis-foinisses-simera-561455347

Είναι και αυτό ένα από τα οφέλη της επανόδου των ζωντανών θεαμάτων: δυο μήνες τώρα, το κοινό επιτέλους ξανασυναντιέται, συζητάει για όσα περιμένει από μια παράσταση, σχολιάζει την επικαιρότητα, επιβεβαιώνει, με δυο λόγια, τον κοινωνικό χαρακτήρα ενός καλλιτεχνικού γεγονότος.

Στις «Φοίνισσες» του Εθνικού Θεάτρου, που παρουσιάστηκαν το τριήμερο 30 Ιουλίου – 1 Αυγούστου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου και μετάφραση Νικηφόρου Παπανδρέου, το αντιλαμβανόταν κανείς ήδη από τον περιβάλλοντα χώρο του αργολικού θεάτρου: επαγγελματίες του χώρου παρατηρούσαν ότι δεν έχουν δει ανέβασμα της συγκεκριμένης τραγωδίας του Ευριπίδη, άλλοι σχολίαζαν τη διαδικασία ανάδειξης της επόμενης καλλιτεχνικής διεύθυνσης της πρώτης σκηνής της χώρας, Ευρωπαίοι επισκέπτες ξεφύλλιζαν με περιέργεια το δίγλωσσο πρόγραμμα, με δυο λόγια, μια κατάσταση ζωηρή, θαυμάσια. Ποσοτικά μιλώντας, οι θεατές και των τριών παραστάσεων των «Φοινισσών» στην Επίδαυρο θα έφταναν τελικά τους 9.500.

Τα σπάνια ανεβάσματα του έργου έχουν την εξήγησή τους. Σύμφωνα με το σκηνοθετικό σημείωμα του Γιάννη Μόσχου, ο πολυπρόσωπος χαρακτήρας των «Φοινισσών» μπορούσε, αιώνες μετά, να υποστηριχθεί από κρατικές σκηνές και όχι από εκείνες που επέλεγαν τραγωδίες κατάλληλες για ανάδειξη πρωταγωνιστών. Το κείμενο επίσης εγείρει ορισμένα προβλήματα, σχετικά αφενός με τον ρόλο του Χορού (οι γυναίκες της Φοινίκης, σταλμένες ως δώρο στους Δελφούς αλλά εγκλωβισμένες στη Θήβα, μοιάζουν ενίοτε να αναχαιτίζουν τη δράση) και αφετέρου με το φινάλε, που θέλει την Αντιγόνη να ανακοινώνει ότι θα θάψει τον νεκρό Πολυνείκη, αλλά αποχωρεί με τον Οιδίποδα για τον Κολωνό.

katanoontas-tis-foinisses-simera0
9.500 θεατές παρακολούθησαν συνολικά την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου.

Σε αυτά τα χαρακτηριστικά των «Φοινισσών» οφείλονται οι δραματουργικές παρεμβάσεις του Γιάννη Μόσχου, ο οποίος αναμετριέται για πρώτη φορά με αρχαίο δράμα. Λειτούργησαν, αλλά ίσως εν μέρει: ο Χορός (σε χορογραφία της Αμάλια Μπένετ) ήταν αν μη τι άλλο καλλίφωνος, αλλά η σύνδεσή του με τη δράση φαινόταν οργανική, κειμενικά και όχι πάντα δραματουργικά μιλώντας· το τέλος βρήκε την Αντιγόνη στη Θήβα, χωρίς να σηματοδοτήσει κάποια λυτρωτική κάθαρση· οι βιντεοσκοπημένες προβολές (Αποστόλης Κουτσιανικούλης) πάνω στο βαρύ και μινιμαλιστικό σκηνικό (Τίνα Τζόκα) σύστηναν τους χαρακτήρες, αλλά με τρόπο ελαφρώς τηλεοπτικό· η πιο «ελεύθερη» πάντως παρέμβαση, η προσθήκη της βωβής «Σφίγγας» (Σεσίλ Μικρούτσικου) ως δύναμης που περικλείει τα ανθρώπινα, ενέτεινε την αλλόκοσμη αύρα που εκπέμπουν τα δράματα των Λαβδακιδών. Είναι άραγε το σημαντικότερο από τα δράματα αυτά η θανάσιμη αντιπαλότητα του Ετεοκλή (Αργύρης Ξάφης) και του Πολυνείκη (Θάνος Τοκάκης); Οι ηθοποιοί ανέδειξαν τις διαφορές των δύο αδελφών και το γεγονός ότι τα κοστούμια τους (Ιωάννα Τσάμη) ήταν μπλε και κόκκινο, δύο αποχρώσεις που εμφανίστηκαν λιγότερο έντονα και στους δύο αντιπάλους των φετινών «Ιππέων» του Εθνικού Θεάτρου, ίσως φανερώνει ένα λεπτό νήμα ανάμεσα στις δύο παραστάσεις. Ωστόσο, στις «Φοίνισσες» έχει αξία και η απαρχή της σκληρότητας του Κρέοντα (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης), η θυσία του γιου του, Μενοικέα (Βασίλης Ντάρμας), η ωρίμανση της Αντιγόνης (Λουκία Μιχαλοπούλου), το δράμα της Ιοκάστης (Μαρία Κατσιαδάκη), η αναπόδραστη μοίρα του Οιδίποδα (Δημήτρης Παπανικολάου), ο Τειρεσίας (Αλέξανδρος Μυλωνάς), ο Παιδαγωγός (Κώστας Μπερικόπουλος), ο Αγγελιαφόρος (Γιώργος Γλάστρας).

Ανεξαρτήτως της υποκριτικής όλων (και της μουσικής του Θοδωρή Οικονόμου ή των φωτισμών του Λευτέρη Παυλόπουλου), λίγη παραπάνω έμφαση να δινόταν στον δραματικό ιστό που υφαίνουν συνολικά τα πρόσωπα των «Φοινισσών» και το έργο ίσως να μην θεωρούνταν ακόμα τόσο «αδύναμο».