ΒΙΒΛΙΟ

Η ενηλικίωση της αστυνομικής φιλολογίας στη συνείδηση του κοινού

Η ενηλικίωση της αστυνομικής φιλολογίας στη συνείδηση του κοινού

Μακρινή μοιάζει η εποχή που τα περισσότερα αστυνομικά κυκλοφορούσαν στα περίπτερα. Ηταν όμως μια εποχή μυθική για το είδος, ακόμη και αν οι μεταφράσεις δεν ήταν άρτιες και το χαρτί ήταν φθηνό. Αλλά ολόκληρες γενιές αναγνωστών γαλουχήθηκαν από τις εκδόσεις περιπτέρου, ήδη από τη δεκαετία του 1950 με κορύφωση τις επόμενες μεταπολεμικές δεκαετίες, με τίτλους ευρείας επιλογής, από pulp fiction μέχρι τους μετρ του είδους. Η προσφορά της «Κ», αυτήν την Κυριακή 22 Αυγούστου, μας φέρνει εκ νέου ένα ακόμη «Βίπερ» με την υπογραφή του στυλίστα Ρεξ Στάουτ (1886-1975), μια αφορμή για να θυμηθούμε την τεράστια και ανεπανάληπτη εκδοτική επιτυχία της «Πάπυρος», που το 1970 αποφάσισε να φέρει την «επανάσταση του βιβλίου στην Ελλάδα» με 14 δραχμές τιμή λιανικής στα περίπτερα. 

Η ιστορία αυτή είναι καταχωνιασμένη στη μνήμη των μεγαλύτερων, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα κεφάλαιο όχι μόνο της εκδοτικής ιστορίας αλλά και του αναγνωστικού γούστου, της διάχυσης της ψυχαγωγικής λογοτεχνίας και της εξοικείωσης της ευρύτερης κοινωνίας με ποικίλα ρεύματα, στυλ και τάσεις. Είναι ένα κοινωνικό σχολείο. Δύσκολο να πει κανείς ποιο είναι το όριο περάσματος της αστυνομικής φιλολογίας από τα περίπτερα στα βιβλιοπωλεία. Και είναι δύσκολο, γιατί υπήρχαν από παλιά ορισμένα βιβλία τσέπης σε βιβλιοπωλεία (όπως τα βιβλία του Γιάννη Μαρή στις εκδόσεις Πεχλιβανίδη), αλλά μπορεί να πει κανείς με σχετική ασφάλεια πως τη δεκαετία του 1980 συντελείται ένας μετασχηματισμός της αγοράς. Οι νέοι εκδοτικοί οίκοι που γεννήθηκαν μετά τη Μεταπολίτευση ωρίμασαν, το κοινό διευρύνθηκε και η ελληνική αγορά κινήθηκε προς στάδια βαθύτερης εμπειρίας προσεγγίζοντας μετά το 1990 τον διεθνή κανόνα. Αξίζει μνεία αλλά και φόρο τιμής η σειρά αστυνομικής λογοτεχνίας που εγκαινίασαν τη δεκαετία του 1980 οι εκδόσεις Αγρα, ανελκύοντας συγγραφείς του «περιπτέρου» στην προθήκη που του άξιζε (όπως, π.χ., ο Ρέιμοντ Τσάντλερ, αλλά και η Αγκαθα Κρίστι) δημιουργώντας σταδιακά (έως σήμερα) μια αξιοζήλευτη συλλογή τίτλων κλασικών και νεότερων ονομάτων αλλά και πολιτισμικής ποικιλίας.

⇒ Διαβάστε επίσης: Το αστυνομικό στη «χρυσή» εποχή του

Παρά τον εξευγενισμό της αστυνομικής λογοτεχνίας, με φιλολογική επιμέλεια, επίμετρα και εξαιρετικές μεταφράσεις, το είδος είναι βαθιά συνδεδεμένο με την τραχύτητα του πεζοδρομίου. Μακάρι τα περίπτερα της σημερινής εποχής να μπορούσαν και πάλι να φιλοξενούν βιβλία τσέπης με νέους τίτλους επί εβδομαδιαίας βάσης, κάτι που ίσως να μην ευχαριστεί τα βιβλιοπωλεία, αλλά και γι’ αυτό υπάρχει αντίλογος, καθώς μια ελεύθερη και ώριμη αγορά έχει χώρο και ευκαιρία για όλους. Σε κάθε περίπτωση, η ανάμνηση των «Βίπερ» που είχαν συγκροτήσει μια εξαιρετική συλλογή τίτλων, φέρνει σε νέο φως την έλλειψη μιας σύγχρονης τυποποιημένης σειράς (αριθμημένης κατά τη γαλλική εκδοτική πρακτική) αστυνομικής λογοτεχνίας με μεγάλο βάθος τίτλων. Οι δημοφιλέστεροι συγγραφείς στα αστυνομικά «Βίπερ» ήταν πρώτος με διαφορά ο Αγγλος Τζέιμς Χάντλεϊ Τσέιζ (που τα Βίπερ τον ανέφεραν ως Τζαίημς Τσαίηζ), ο Ερλ Στάνλεϊ Γκάρντνερ, δημιουργός του Πέρι Μέισον, ο Ελλερυ Κουήν (ψευδώνυμο δύο συγγραφέων), ο Ρίτσαρντ Πρέιδερ και μετά το 1975, ο Ζεράρ ντε Βιλιέ. Αυτό το βάθος μόνο τα «Βίπερ» είχαν κατακτήσει, ιδίως στα πρώτα χρόνια της ακμής (1970-1975). Βεβαίως, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τις έξοχες εκδόσεις του «Γαλαξία» της Ελένης Βλάχου (με τον Τάκη Λαμπρία και άλλους στο επιτελείο), που παραμένουν αξεπέραστες εδώ και 60 χρόνια, το ηρωικό «Λυχνάρι» του Τάσου Λαζαρίδη (με Αγκαθα Κρίστι και Σαρλ Εσμπραγιά), τα βιβλία τσέπης της Αγκυρας, του Πεχλιβανίδη (ήδη πριν από το 1960) και μεμονωμένες ακόμη προσπάθειες. Σήμερα, με άλλο βλέμμα αγκαλιάζουμε τον εκδημοκρατισμό της αστυνομικής φιλολογίας στα μεταπολεμικά χρόνια.