Γροθιά στο στομάχι της κοινωνίας

Γροθιά στο στομάχι της κοινωνίας

Το «Scum» είναι μια ωμή, εφιαλτική, αφιλτράριστη απεικόνιση της ζωής σε μια βρετανική φυλακή ανηλίκων στα τέλη των ’70s

3' 59" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μια μικρή «βρετανική εισβολή» δέχθηκε πρόσφατα το Netflix: το «Baby Reindeer» του Σκωτσέζου Ρίτσαρντ Γκαντ μας βουλιάζει ασφυκτικά σε έναν σκοτεινό εφιάλτη, ενώ ο Γκάι Ρίτσι, με το απολαυστικό του «The Gentlemen», προσθέτει στο βιογραφικό του ακόμη μία λεπτομερή κωμική λαογραφία της σύγχρονης Αγγλίας.

Ακολουθώντας το νήμα της καριέρας του δυνατότερου παίκτη στη «σκακιέρα» της σειράς αυτής, του βετεράνου Αγγλου ηθοποιού Ρέι Γουίνστοουν, φτάνουμε σχεδόν μισόν αιώνα πίσω, όταν στα είκοσί του πρωταγωνίστησε σε μια άλλη βρετανική τηλεοπτική παραγωγή, που είχε τόσο βίαιο περιεχόμενο που κρίθηκε ακατάλληλη για δημόσια προβολή. Το «Scum» («Απόβρασμα»), μια ωμή, εφιαλτική, αφιλτράριστη απεικόνιση της ζωής σε μια φυλακή ανηλίκων, έκανε (δικαίως) το BBC να φοβάται πως θα προκαλούσε σκάνδαλο και εθνικό σοκ.

Κατάφερε όμως να μετουσιωθεί το 1979 σε κινηματογραφική ταινία, στην οποία ο Γουίνστοουν μοιάζει λες και υποδύεται τον ίδιο του τον εαυτό: «ζόρικος» κόκνεϊ Λονδρέζος με φαρδιές πλάτες και απειλητικό βλέμμα, πρωταθλητής μποξέρ από την εφηβεία του, στον ρόλο του «νονού» των κρατουμένων φαίνεται απολύτως φυσικός και αποτελεί μια απολύτως πιστή νεότερη εκδοχή του «μεγάλου αφεντικού» στη σειρά του Γκάι Ρίτσι. Πρωταγωνιστεί στις περισσότερες από τις εμβληματικές σκηνές της ταινίας, ανάμεσά τους κι εκείνη όπου αντεπιτίθεται στη συμμορία των συγκρατούμενων που του κάνουν συστηματικό μπούλινγκ.

Η κάμερα τον ακολουθεί ενώ παίρνει μια μπάλα από το τραπέζι του μπιλιάρδου του χώρου αναψυχής των φυλακών, τη βάζει μέσα σε μια κάλτσα και χτυπάει με αυτήν στο κεφάλι έναν από τους βασανιστές του. Το θέμα της εκδίκησης έχει εμπνεύσει άφθονη μυθοπλασία μέσα στους αιώνες –από την «Ορέστεια» και τον «Κόμη του Μόντε Κρίστο» έως τον «Νονό»– αλλά εδώ καταφέρνει και χωράει εκρηκτικά μέσα σε μερικά ολιγόλεπτα, σιωπηλά μονοπλάνα, τραβηγμένα με στοιχειωμένο τρόπο μέσα στους θλιβερούς διαδρόμους του κολαστηρίου.

Ο Ρέι Γουίνστοουν του «The Gentlemen» είχε υποδυθεί έναν «ζόρικο» κόκνεϊ Λονδρέζο, με απειλητικό βλέμμα, «νονό» των νεαρών κρατουμένων.

Τα υλικά του σκηνοθέτη Αλαν Κλαρκ (εργάστηκε κυρίως για τον χώρο της τηλεόρασης και του κοινωνικού ρεαλισμού, σκηνοθετώντας και τον Τιμ Ροθ στο «Made in Britain» του 1982) είναι λιτά, αλλά τα εκμεταλλεύεται με εκπληκτική μαεστρία. Σε μία από τις διαδρομές του πρωταγωνιστή μέσα στους χώρους των κρατητηρίων, απολαμβάνουμε μια λήψη με κάμερα «πρώτου προσώπου», που φέρνει στον νου τα video games του σήμερα. Με τα ίδια ταπεινά υλικά στήνεται και ένα εντυπωσιακό καστ από το τίποτα, δηλαδή από μια χούφτα σχολιαρόπαιδα, τα ίδια που είχαν περάσει από τις ακροάσεις για την τηλεοπτική σειρά. Οι χαρακτήρες τους χτίζονται γρήγορα και πειστικά. Μερικά σύντομα περιεκτικά πλάνα αρκούν για να τους μάθουμε από πρώτο χέρι. Και είναι πολλοί, ο καθένας τους ολοζώντανος: οι διεστραμμένοι δεσμοφύλακες και διευθυντές, οι μαύροι από το Μπρίξτον και οι λευκοί κόκνεϊ από το Ανατολικό Λονδίνο, ο αντικομφορμιστής διανοούμενος που χτυπάει την καμπάνα του κινδύνου, αλλά κανείς δεν τον ακούει, και, φυσικά, οι «νταήδες» και τα θύματά τους, εκείνοι που ήταν πολύ ευάλωτοι για να αντέξουν.

Αυτοκτονίες

Κατά τη διάρκεια της μιάμισης ώρας της ταινίας αυτοκτονούν δύο νέα αγόρια και η αφοπλιστικά ρεαλιστική καταγραφή της αυτοχειρίας δίνει στον θεατή μια γροθιά στο στομάχι. Το πιο ευάλωτο από αυτά, ένα ευαίσθητο αγόρι 15-16 ετών, σε μια σοκαριστική σκηνή, βιάζεται από τρεις συγκρατούμενούς του, ενώ ένας δεσμοφύλακας κρυφοκοιτάει χαμογελώντας. Το βράδυ, οι εφιάλτες τον οδηγούν στο να κόψει τους καρπούς του με ξυράφι.

Σαδιστική βία, απανθρωπισμός, ρατσισμός: άραγε, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, πώς χωρούσαν όλα αυτά στη σύγχρονη Αγγλία; Μέρος της απάντησης βρίσκουμε μέσα στους ήχους της πανκ ροκ, μιας φωνής αντίδρασης της εργατικής νεολαίας της εποχής έναντι στην κατήφεια και στο αδιέξοδο της θατσερικής Αγγλίας. Είναι ο ίδιος ήχος που, σε κάποια σκηνή, αντηχεί από ένα τρανζίστορ που έχουν οι νεαροί κρατούμενοι μέσα στο κελί τους.

Οταν τελικά το «Scum» προβλήθηκε στην τηλεόραση (το 1983, στο Channel 4), το σωφρονιστικό σύστημα των «borstal» (αναμορφωτήρια) είχε ήδη μεταρρυθμιστεί. Η αρχική τηλεοπτική εκδοχή τελικά επετράπη να προβληθεί το 1991, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του σκηνοθέτη. Βλέποντάς το σήμερα, 45 χρόνια μετά την εποχή του, το μήνυμά του μοιάζει επώδυνα επίκαιρο.

Η εξέγερση

Η λυτρωτική σκηνή της εξέγερσης και η γρήγορη, άδοξη καταστολή της δεν αφήνουν ούτε μια ακτίνα ηλίου να ρίξει φως στην υπόθεση, και είναι σαν να προοικονομεί μια παρόμοια διάσημη σκηνή από τον «Κύκλο των χαμένων ποιητών» του Πίτερ Γουίαρ, που θα κυκλοφορούσε μια δεκαετία αργότερα.

Οσο για τον αγέρωχο εικοσάχρονο Ρέι Γουίνστοουν, δεν μοιάζει να διαφέρει σε πολλά από τη σημερινή 67χρονη εκδοχή του στο «The Gentlemen». Η διαφορά είναι ότι μέσα στον ολόγυμνο σπαρακτικό ρεαλισμό του Κλαρκ δεν υπάρχει χώρος για τα σαρκαστικά αστεία του Ρίτσι. Aν ο ένας είναι κόμικ, ο άλλος είναι αρχαία τραγωδία. Και οι δύο τους όμως (μαζί τους και ο Αλαν Γκαντ του «Baby Reindeer») μαρτυρούν με θαυμαστά βρετανικά μέσα τη σκοτεινή πλευρά της Βρετανίας.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή