ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Takis: Σπάζοντας τα όρια μεταξύ επιστήμης, τεχνολογίας και γλυπτικής

Takis: Σπάζοντας τα όρια μεταξύ επιστήμης, τεχνολογίας και γλυπτικής

Υπήρξε κάτι σαν μάγος και εφευρέτης μαζί. Μπορούσε να τιθασεύσει τον ηλεκτρομαγνητισμό και να τον μετατρέψει σε τέχνη. Δεν είναι αυτό μαγικό; Πριν το κάνει όμως, έπρεπε να εφεύρει την τέχνη του.

Ο Takis, κατά κόσμον Παναγιώτης Βασιλάκης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Πέρασε δύσκολη εφηβεία, ζώντας τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο, τασσόμενος αρχικά στο πλευρό του ΕΔΕΣ και έπειτα του ΕΛΑΣ, ενώ φυλακίστηκε ως μέλος της ΕΠΟΝ για έξι μήνες.

Η οικογένειά του αντιδρά στις καλλιτεχνικές ανησυχίες του, αλλά εκείνος δουλεύει μόνος του. Συναντιέται με τα έργα του Πικάσο και του Τζακομέτι στο Αμερικανικό Πολιτιστικό Κέντρο της Αθήνας και δημιουργεί τις πρώτες γύψινες προτομές του. Η επιρροή τους είναι μεγάλη στον νεαρό καλλιτέχνη και τα πρώτα ολοκληρωμένα έργα που φτιάχνει είναι γλυπτά από σίδηρο και γύψο, όπως οι «Τέσσερις Στρατιώτες», που κατασκευάζει σε ένα μικρό εργαστήρι στην Ανάκασα, το οποίο έχτισε ο ίδιος με τους φίλους του και καλλιτέχνες Μίνω Αργυράκη και Ραϋμόνδο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο Takis εγκαθίσταται στο Παρίσι και δουλεύει πάνω στα πρώτα του κινητικά έργα, τα «Σινιάλα», και ερευνά τις ιδιότητες των μαγνητικών πεδίων. Εντυπωσιασμένος από τις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής, τα ραντάρ, τις κεραίες, πειραματίζεται με την επιστήμη, τη μηχανική, τη μουσική, το φως. Εξερευνά τις μαγνητικές δυνάμεις και πώς θα τις κάνει «ορατές» χωρίς να ενδιαφέρεται για τη φόρμα. Οπως λένε οι μελετητές του έργου του, ο Takis προσέγγισε τότε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «διεπιστημονικότητα» στην τέχνη. Δημιουργεί «Τηλεγλυπτά», «Τηλεπίνακες», «Τηλεφώτα», τα «Μουσικά» και ταξιδεύει συνεχώς στις μεγάλες καλλιτεχνικές μητροπόλεις του κόσμου. Στο πρώτο του ταξίδι στις ΗΠΑ, το 1961, γνώρισε τον μετέπειτα φίλο του Μαρσέλ Ντισάν.

Τα χρόνια του ’60 και του ’70 είναι ιδιαιτέρως δημιουργικά για τον Ελληνα καλλιτέχνη και τα έργα του μεταφέρουν κάτι από την ενέργεια εκείνης της εποχής. Θρυλική ήταν η περφόρμανς «L’Impossible – Homme dans l’Espace» (Το Αδύνατον – Ο άνθρωπος στο Διάστημα) που έκανε σε συνεργασία με τον Νοτιοαφρικανό ποιητή Σινκλέρ Μπεΐγ, στο τέλος της οποίας αιωρείται στιγμιαία από το μαγνητικό πεδίο ενός μαγνήτη που συνδέεται με τη ζώνη του. Εκείνα τα χρόνια γνώρισε τον Τζον Λένον, τη Γιόκο Ονο και τον Πολ Μακάρτνεϊ, ενώ για ένα διάστημα έμενε στο θρυλικό ξενοδοχείο Chelsea. Στο ΜΙΤ δημιούργησε μια σειρά από ηλεκτρομαγνητικά και υδρομαγνητικά γλυπτά, ενώ επιστρέφοντας στο Παρίσι ξεκίνησε τη σειρά των ερωτικών γλυπτών του. Παράλληλα και μέχρι το 1990 δημιούργησε σκηνικά και επιμελήθηκε μουσικά θεατρικές παραστάσεις των Κώστα Γαβρά, Μιχάλη Κακογιάννη, Βαρβάρας Μαυροθαλασσίτη κ.ά.

Τα έργα του κοσμούν τις συλλογές των μεγαλύτερων μουσείων του κόσμου όπως το Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι, το ΜΟΜΑ και το Γκούγκενχαϊμ της Νέας Υόρκης, η Tate Modern, αλλά η συμβολή του και η διεθνής ακτινοβολία του άργησαν πολύ να αναγνωριστούν από την ελληνική πολιτεία. Μόλις τον περασμένο Ιανουάριο αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ της ΑΣΚΤ.

Το 1986 ίδρυσε το Κέντρο Ερευνών για την Τέχνη και τις Επιστήμες (KETE) στο Γεροβουνό της Αττικής με την πρώτη σύζυγό του, την καλλιτέχνιδα Λίλιαν Λιν, ένα ζωντανό μουσείο γεμάτο με τα έργα του, το οποίο αποτελούσε και το σπίτι του τα τελευταία χρόνια. Η προχωρημένη ηλικία του τον κρατούσε σχεδόν ακίνητο, τον καλλιτέχνη που ύμνησε την κίνηση. Εφυγε χθες το πρωί, πλήρης ημερών, σε ηλικία 93 ετών.