ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Σαν Διόσκουροι στην πόλη και τον κόσμο

doxiadis1

Ηδη από τα χαρακτηριστικά ασπρόμαυρα πορτρέτα των εξωφύλλων, ο αναγνώστης παρακινείται να σκύψει πάνω στις εργοβιογραφίες δύο σημαντικών αρχιτεκτόνων-πολεοδόμων, που άφησαν πολύτιμη παρακαταθήκη με το έργο τους και διαμόρφωσαν τα μάλα την ελληνική αρχιτεκτονική: στη μία, ένας κομψός νεαρός με ευγενικά χαρακτηριστικά και πλούσια κόμη σκύβει με προσήλωση πάνω στο σχεδιαστήριο, κρατώντας στα χέρια του τα εργαλεία της τέχνης, το βλέμμα εστιάζεται στη χάραξη της γραμμής, η κίνηση του χεριού θυμίζει κάτι από Ντα Βίντσι και Εσερ, στην άλλη, ένας ώριμος, αρρενωπός άνδρας γεμάτος αυτοπεποίθηση, στην άκρη ενός τραπεζιού συσκέψεων, σηκώνει τον δείκτη για να προσδιορίσει στους συνεργάτες του την κατεύθυνση, την προοπτική, το όραμα.

Εχει κανείς την αίσθηση ότι τα δύο ενσταντανέ αποτυπώνουν ανάγλυφα, και ταυτόχρονα εξεικονίζουν, τις προσωπικότητες του Κώστα Η. Μπίρη (1899-1980) και του Κωνσταντίνου Α. Δοξιάδη (1913-1975), σαν η εσωστρέφεια και ο ρεαλισμός του πρώτου να συναντά τον εξωστρεφή χαρακτήρα και την εκρηκτικότητα του δεύτερου, όπως ο αθηνοκεντρισμός συνομιλεί με τον κοσμοπολιτισμό και η αρχιτεκτονική με τη χωροταξία και την πολεοδομία. Στο έργο τους, στα σχέδια και τους οραματισμούς τους φανερώνεται μία Ελλάδα γεμάτη «αγγελικό και μαύρο φως» και μια απαράμιλλη σε έμπνευση και δημιουργικότητα «Αθηναϊκή Σχολή», ακόμα και όταν λίγο πριν από τον Πόλεμο (1939) προκύπτει «σοβαρό χάσμα μεταξύ των απόψεων Μπίρη και Δοξιάδη, σε υπηρεσιακό επίπεδο, όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης των αμφίδρομων σχέσεων μεταξύ “επιχειρησιακής” και επιστημονικής δεοντολογίας, προκειμένου για τα συγκεκριμένα πολεοδομικά ζητήματα», όπως αναφέρει ο Μάνος Γ. Μπίρης. Οι δύο εργοβιογραφίες, κι εδώ έγκειται η εκδοτική (αλλά και αναγνωστική) υπεραξία του ταυτόχρονου εγχειρήματος –πρέπει να– διαβάζονται, κατ’ ουσίαν, παράλληλα, σ’ ένα cross-reading και cross-mapping, που δημιουργεί ένα παλίμψηστο συλλήψεων, σχεδίων, χαρτογραφήσεων και προοπτικών.

Ο Μπίρης «προετοιμάζει» τον Δοξιάδη στον (κοινό) αθηνοκεντρισμό τους και ο Δοξιάδης προϋποθέτει τον Μπίρη, ακόμα και όταν, διαφωνώντας, «απογειώνεται» στα όρια ενός αρχιτεκτονικού φουτουρισμού με συμπαντικές προεκτάσεις, όπως ο πολεοδόμος μετασχηματίζει τον αστεακό σε ολοκληρωμένο οικιστικό χώρο. Μέσα από το έργο και τα οράματά τους, ο Μπίρης διανοίγει τον δρόμο στον Δοξιάδη και ο Δοξιάδης «δραπετεύει» από την Αθήνα για να καταλήξει στο Ισλαμαμπάντ, σε μια διαδρομή, όπου συναντώνται οι ιστορικές πόλεις του ελληνισμού (Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Σμύρνη), ο Ερνέστ Εμπράρ και ο Λε Κορμπιζιέ, το σχέδιο πόλης (ο «Χάρτης των Αθηνών» του Κ. Μπίρη και η «οικιστική θεωρία» –από τη «Δυνάπολη» στην «Οικουμενόπολη»– του Κ. Δοξιάδη).

Στο «παράλληλο» έργο τους, χώρος, τόπος και τοπίο (κεντρικά μοτίβα των ύστερων urban studies) υπόκεινται σε διαρκείς μεταβολές και μετατοπίσεις, καθώς και τα τρία στοιχεία βρίσκονται σε διαδικασία μετασχηματισμού και «μετάβασης» (transition), όπως η ιστορική πόλη μεταμορφώνεται σταδιακά σε σύγχρονη πρωτεύουσα, με διακριτά στοιχεία του κλασικού και του μοντέρνου, για να μετατραπεί, πέρα από τα εθνικά σύνορα, σε ουτοπικό οικισμό, όπως κατέδειξε και η παλαιότερη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη με τίτλο «Κείμενα, σχέδια, οικισμοί», αφιερωμένη στον Κωνσταντίνο Α. Δοξιάδη. Τόσο ο Μπίρης όσο και ο Δοξιάδης (φυσικά με άλλους σημαντικούς Ελληνες αρχιτέκτονες, όπως ο Δ. Πικιώνης, ο Α. Κωνσταντινίδης, ο Ν. Δεσύλλας, ο Ι. Ρίζος κ.ά.) ανήκουν στους πρωτοπόρους εκείνους δημιουργούς που επαναθεμελιώνουν το αρχιτεκτονικό έργο με όρους νεωτερικότητας, ενώ συμβάλλουν ιδιαίτερα στον απεγκλωβισμό της νέας ελληνικής αρχιτεκτονικής από την ιδεολογική κρίση, σε μία χώρα που αναζητεί εναγώνια τον ελληνικό μοντερνισμό, ανάμεσα στον νεοκλασικισμό, που κυμαίνεται μεταξύ του Χανς Κρίστιαν Χάνζεν και του Αλέξανδρου Νικολούδη, και τον δημοτικισμό του Δημήτρη Πικιώνη και του Αριστοτέλη Ζάχου, όπως εύστοχα επισημαίνει η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, στο έργο της «Δοκίμια για τη νέα ελληνική αρχιτεκτονική», και επικαιροποιεί τον αθηνοκεντρισμό τους ο Κωνσταντίνος Β. Οικονόμου, στο άρθρο «Το πολεοδομικόν και κυκλοφοριακόν πρόβλημα της πρωτευούσης», στον τόμο «Σύγχρονη Οικοδομική», 1960.

Καθώς περισσότερα τους ενώνουν παρά τους χωρίζουν –πρωτίστως ελληνοκεντρικός ο Μπίρης, σαφώς κοσμοπολίτης ο Δοξιάδης, ρασιοναλιστής ο πρώτος, επιρρεπής στον λειτουργισμό ο δεύτερος–, αμφότεροι χαρακτηρίζονται από καινοτόμο, ριζοσπαστικό πνεύμα και έναν οικουμενισμό. Στις σελίδες και τους χάρτες των δύο βιβλίων ο αναγνώστης μεταφέρεται νοερά, ως πλάνης και περιηγητής, στην πόλη και τον κόσμο δύο «ιερών τεράτων» της νέας ελληνικής αρχιτεκτονικής.