ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ο ζωγράφος της ψυχικής έντασης

Ο ζωγράφος της ψυχικής έντασης

Από τη Θεσσαλονίκη όπου γεννήθηκε το 1920 μέχρι και το Παρίσι, τον μόνιμο τόπο κατοικίας του την τελευταία εξηκονταετία, ο Αλκης Πιερράκος έζησε μια γεμάτη, συναρπαστική ζωή. Από τις λιγότερο γνωστές αλλά αξιολογότερες περιπτώσεις Ελλήνων καλλιτεχνών της διασποράς, συναναστράφηκε με σπουδαίες προσωπικότητες και υπήρξε παραγωγικότατος. Εφυγε από τη ζωή προχθές σε ηλικία 97 ετών, μόλις είχε φτάσει από τη Γαλλία στη Ναύπακτο, όπου σχεδίαζε τη δημιουργία δημοτικής πινακοθήκης στην πόλη. Αλλωστε, η ναυμαχία της Ναυπάκτου ήταν το γεγονός εκείνο που τον ενέπνευσε για την πιο πρόσφατη ενότητα της δουλειάς του.

Ηταν γιος διπλωμάτη και έζησε εκτός Ελλάδος μέχρι το 1938. Μετά τον πόλεμο, έφυγε πάλι για το εξωτερικό και ταξίδεψε στην Ευρώπη. Σπούδασε στην Ελβετία (Gewerbeschule, Basel, 1949-1951) και στο Λονδίνο (Slade School of Fine Arts και Central School of Arts and Crafts, 1951-1953), όπου μαθήτευσε για ένα διάστημα κοντά στον Οσκαρ Κοκόσκα. Κατά την περίοδο των σπουδών του γνωρίστηκε με σημαντικούς διανοούμενους, καλλιτέχνες και συλλέκτες, ασχολήθηκε περιστασιακά με τη σκηνογραφία και, το 1954, παρουσίασε την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αγγλία (Heffer Gallery, Cambridge). Το ίδιο έτος εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι και ανέπτυξε σημαντική καλλιτεχνική και εκθεσιακή δραστηριότητα. Στην Ελλάδα άρχισε να εκθέτει τακτικά από το 1964, ενώ περνούσε μέρος του χρόνου του στο εργαστήριο που διατηρούσε στον Οξύλιθο της Εύβοιας.

Στις αρχικές φάσεις του έργου του ήταν εμφανής μια διαδικασία αφομοίωσης επιρροών από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τις ακουαρέλες του Καντίνσκι, μαζί με στοιχεία από τη λυρική αφαίρεση της δεκαετίας του ’50. Με τον καιρό διαμόρφωσε ένα προσωπικό ύφος, που συνδύαζε τη συγκινησιακή χρήση του χρώματος με την πειθαρχημένη σχεδιαστική οργάνωση της σύνθεσης. Οι θεματικές αφετηρίες της ζωγραφικής του απηχούσαν ερεθίσματα και εμπειρίες, τόσο από τον κεντροευρωπαϊκό όσο και από τον μεσογειακό χώρο. Τοπία, κτίσματα, ανθρώπινες μορφές, μεταμορφώνονταν σε ελλειπτικές εικόνες ψυχικής έντασης, που κινούνται μεταξύ παραστατικότητας και αφαίρεσης.