ΒΙΒΛΙΟ

Αμερικάνικο μπιλιάρδο, Μπετόβεν «και τέτοια»

shutterstock_1291019029

Τον φώναζαν Μπάχα. Ή Μπαχαμπούα. Ποτέ δεν έμαθα το πραγματικό του όνομα. Ηταν ένα φόβητρο για εμάς τους 17χρονους, ο Μπάχας με την μπιροκοιλιά, τα γένια και τα μακριά μαλλιά, κυρίως όμως ήταν το ψαρωτικό του βλέμμα. Υποθέτω τον είχαν εκεί για να επιβάλλει την τάξη: ένας μπαρμπα-χίπης, που όμως δεν του έλεγε τίποτα ο φιλειρηνισμός των παιδιών των λουλουδιών. Στο «Number One» της Γλυφάδας του 1987-88, το υπόγειο μπιλιαρδάδικο με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια στην οδό Λαζαράκη, ο Μπάχας ήταν ο μπαμπούλας του μαγαζιού – εξ ου και Μπαχαμπούας μάλλον.

Τα τραπέζια με το γαλλικό μπιλιάρδο ήταν στο βάθος, απομονωμένα. Εκεί πήγαιναν οι μεγαλύτεροι. Εμείς ούτε που τα πλησιάζαμε. Η φινέτσα και τα περίτεχνα φάλτσα του γαλλικού δεν μας ταίριαζαν. Εμείς παίζαμε κλασικό «αμερικάνικο», διότι είχε τρύπες. Τα πάντα για το θέαμα. Ποτέ μου δεν απέκτησα καλή τεχνική και ας ξημεροβραδιαζόμουν εκεί μέσα. Κι όταν θυμώναμε και βρίζαμε και βαρούσαμε τις στέκες πάνω στο τραπέζι, ο Μπάχας, όρθιος πίσω από το μπαρ, μας έσβηνε το φως και μας «έλουζε». Το μόνο που δεν θέλαμε τότε ήταν να πλησιάσει προς το μέρος μας. Οπότε βγάζαμε τον σκασμό· εύκολα.

Δεν ξέρω ποιος πήγε και του είπε ότι άκουγα με μανία κλασική μουσική. Ηταν η εποχή που είχα αποφασίσει πως θα γίνω μουσικολόγος. Ημουν ο «περίεργος» της παρέας και μάλλον όποιος του το είπε, το έκανε για να με πάρει στο ψιλό ο Μπάχας και να το διασκεδάσουν.

«Δεν μου λες, εσύ είσαι που ακούς Μπετόβεν και τέτοια;» με ρώτησε με ύφος επιλοχία προς τον ψαρωμένο νεοσύλλεκτο. Εκλεισα τα μάτια και κάτι ψέλλισα. Επειτα είπε το αδιανόητο: «Θέλω να μου γράψεις μια κασέτα». Είχε ξαφνικά πάρει την έκφραση παιδιού που κάνει ζαβολιά. «Κασέτα;» ρώτησα κάπως άναυδος. «Ναι, ρε. Με Μπετόβεν και τέτοια. Να τα βάζω εδώ να χάνομαι. Οχι τσιρίδες και όπερες, να πούμε. Θέλω βιολιά, βιολοντσέλα – ορχήστρα, πώς το λένε».

Και όμως, μιλούσε σοβαρά. Του έγραψα μια ενενηντάρα κασέτα: Μπετόβεν, Σούμπερτ, Μπραμς, Μπρούκνερ, το πένθιμο εμβατήριο του Ζίγκφριντ από τον Βάγκνερ – «και τέτοια». Κι έτσι, ένα απόγευμα το «Number One» πλημμύρισε από ήχο συμφωνικό. Οι πάντες γελούσαν, αλλά ο Μπάχας το απολάμβανε πίσω από την μπάρα.

Κουνούσε χέρια και κεφάλι σαν μαέστρος κι έδειχνε εκστασιασμένος.  Ο Μπάχας, με την κοιλιά, τα τατουάζ (το 1987 το τατουάζ ήταν ακόμα κάτι σπάνιο, εξωτικό), τη βλογιοκομμένη φάτσα και το διαπεραστικό βλέμμα, χανόταν, όπως του άρεσε να λέει, «με Μπετόβεν και τέτοια». Ημουν σίγουρος ότι θα την έβρισκε με τον Οζι Οσμπορν, όχι με την 4η του Μπραμς. Αλλά η ζωή κρύβει εκπλήξεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι μου χαρίστηκε ποτέ στο μαγαζί ο Μπάχας. Ούτε έγινα καλύτερος στο μπιλιάρδο. Και δεν έγινα επίσης μουσικολόγος· η πετριά όμως με τη μουσική έμεινε.

Αναρωτιέμαι πού να βρίσκεται σήμερα ο Μπάχας και τι να απέγινε εκείνη η κασέτα. Εικάζω ότι θα τη μάσησε το παλιό στέρεο στο υπόγειο μπιλιαρδάδικο της Γλυφάδας.