ΒΙΒΛΙΟ

Γράμμα από το μέτωπο ΙΙ

gkkt_02_2302_page_1_image_0007

Αγαπητέ μου Γκρι, τις νύχτες που περνάω στο «Ελπίδα» δεν κοιμάμαι, όπως καταλαβαίνεις. Τις πρώτες από αυτές τις νύχτες, η μαμά της κόρης μας μου έδειξε πώς να σηκώνω τη μικρή ανά δύο ώρες για τα τσίσα της, να τα αδειάζω σε ένα πλαστικό δοχείο με μετρητή και να καταγράφω ημερομηνία, ώρα και αριθμό ml. Να δίνω κάθε τόσο αναφορά στις νοσηλεύτριες, οι οποίες καταγράφουν το σύνολο. Πρέπει να αποβάλει από τον οργανισμό της όλα αυτά τα χημικά, μου είπαν, αν θυμάμαι καλά μέσα στο χάσιμό μου.

Κάθε φορά που της έκαναν μετάγγιση αίματος και αιμοπεταλίων, έπρεπε να την παρατηρώ μην τυχόν και κάνει κάποια βίαιη αλλεργική αντίδραση ώστε να ειδοποιήσω αμέσως τις νοσηλεύτριες. Δεν συνέβη ποτέ απολύτως τίποτα. Την κοίταζα, άλλοτε σαν ακοίμητος φρουρός και άλλοτε σαν μαθητευόμενος ζωγράφος που κοιτά σαγηνεμένος ένα κλασικό αριστούργημα: όσο οικείο κι αν του είναι, πάντοτε θα του προκαλεί δέος, έχοντας πάντοτε κάτι ανείπωτα τρυφερό μα και απροσπέλαστο, όπως κάθε ισχυρή, άρρηκτη σχέση. Αυτό το μυστήριο.

Οταν άρπαξε τη λοίμωξη του αναπνευστικού (με τα λευκά της ριγμένα στο ναδίρ – το ανοσοποιητικό της είναι διάτρητο), έπρεπε να της βάζω ανά μία ώρα θερμόμετρο και να καταγράφω τη θερμοκρασία της. Την εφιαλτικότερη νύχτα απ’ όλες, στις 11.30 είχε ελάχιστο πυρετό, 37,6. Στις 12.30 εκτινάχθηκε στο 39,3. Το οξυγόνο της έπεσε από το 98 στο 84· την είδα να γέρνει στο μαξιλάρι βαριανασαίνοντας και ο τρόμος που με κατέλαβε ήταν απερίγραπτος. Ωσάν άγγελοι στο πλευρό μας, οι γιατροί και οι νοσηλεύτριες του «Ελπίδα» έριξαν τον πυρετό, το παιδί ζωντάνεψε, πείνασε, έφαγε και είδαμε οι δυο μας τη «Σταχτοπούτα», πολλές φορές, από τις δύο ώς τις έξι το πρωί, οπότε κοιμήθηκε ήσυχα.

Ολες τις άλλες νύχτες κοιμάται όπως ακριβώς ένα παιδάκι στο κρεβάτι του σπιτιού του: σαν αγγελούδι. Ξέρεις πώς την παίρνει ο ύπνος εκεί μέσα; Κρατώντας το χέρι μου. Το αγκαλιάζει και κολλάει το μάγουλό της στο μπράτσο μου. Μουδιασμένος από τον ώμο ώς την παλάμη, εκείνες τις στιγμές φωτίζεται όλος μου ο κόσμος: είναι κάτι σαν προσωπικά Θεοφάνια. Συνειδητοποιώ ότι είμαι μόνον πατέρας· τίποτε άλλο. Δεν είμαι και δεν ήμουν ποτέ άντρας ή αγόρι ή σύζυγος ή εραστής ή φίλος ή συγγραφέας ή δημοσιογράφος παρά μόνον αυτό: πατέρας. Πατέρας ώς το μεδούλι, έως το παραμικρό κύτταρό μου. Και βγαίνω έξω απ’ το δωμάτιο όταν ξημερώνει και κοιτάζω τους άλλους πατεράδες και τις μητέρες του «Ελπίδα». Εχουν το ίδιο άγρυπνο, κόκκινο βλέμμα με το δικό μου. Μάλλον είναι της αϋπνίας ή των δακρύων ή και τα δύο αυτά μαζί. Κάποιοι είναι ήδη βετεράνοι· άλλοι, όπως εγώ και η μαμά της μικρής, είμαστε ακόμη άγουροι, άμαθοι. Οπως και οι βετεράνοι όμως στις αρχές του πολέμου, μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα όλοι κληθήκαμε να εντάξουμε το αδιανόητο στη ζωή μας. Τα πρωινά, πάντως, καλημερίζουμε ο ένας τον άλλον με ένα κουρασμένο μα και ζεστό χαμόγελο. Αν μη τι άλλο, αυτό μας ενώνει. Η ελπίδα.