ΒΙΒΛΙΟ

«Ενκαντάδας» ή αλλιώς «Τα μαγεμένα νησιά» της αιώνιας θαλασσινής νιότης

«Ενκαντάδας» ή αλλιώς «Τα μαγεμένα νησιά» της αιώνιας θαλασσινής νιότης

«Ο ουρανός ήταν ένα θαύμα – γαλανός και στιλπνός. Η θάλασσα έλαμπε – γαλάζια και διαυγής· άστραφτε σαν πολύτιμο πετράδι που εκτεινόταν σε όλες τις πλευρές κι έφτανε μέχρι τα πέρατα του ορίζοντα, σαν να ’ταν ολόκληρη η γήινη σφαίρα ένα γαλάζιο ζαφείρι σε μορφή πλανήτη. Και στη γυαλάδα των γαλήνιων νερών, η Ιουδαία γλιστρούσε αργά, τυλιγμένη σε μια νωθρή και μιαρή άχνα, σ’ ένα χαύνο σύννεφο που το παράσερνε αργά τ’ αεράκι, ένα κακό σύννεφο, που αμαύρωνε το θάμβος της θάλασσας και τ’ ουρανού».

Είναι η δεύτερη φορά που το έξοχο αυτό απόσπασμα εμφανίζεται στη στήλη. Η καθηλωτική ποιητική πρόζα του Τζόζεφ Κόνραντ, γυρισμένη δεξιοτεχνικά στα ελληνικά από τον σπουδαίο, πρόωρα χαμένο Αρη Μπερλή, προέρχεται από το μικρό θαύμα που τιτλοφορείται «Τα νιάτα» (εκδ. Αγρα).

Στον Κόνραντ δεν άρεσε να τον αποκαλούν «θαλασσινό συγγραφέα» και είχε δίκιο, ωστόσο, τα θαλασσινά του σύμπαντα παραμένουν αλησμόνητα. Και ο κύριος Γκρι δεν ήθελε να λείπει εντελώς από το σημερινό ένθετο.

Η νουβέλα «Τα “Νιάτα” βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε πραγματική ιστορία, εμπειρία του συγγραφέως», εξηγεί στο επίμετρό του ο Μπερλής. Η «Παλαιστίνη» (στο διήγημα μετονομάζεται σε «Ιουδαία»), με την οποία μπάρκαρε ως δεύτερος αξιωματικός ο 24χρονος Κόνραντ στις 19 Σεπτεμβρίου του 1881, πήρε φωτιά στις 11 Μαρτίου του 1882 ανοιχτά της Σουμάτρας και τελικώς βυθίστηκε. Ο Κόνραντ –ως Μάρλοου– αφηγείται τα πράγματα ως έγιναν, ένα «κατόρθωμα της μνήμης, καταγραφή μιας εμπειρίας».

Ο κύριος Γκρι δεν θα ήθελε να λείπει ο Κόνραντ από το σημερινό φύλλο, όπως δεν θα ήθελε να λείπει και ο τιτάνιος Χέρμαν Μέλβιλ. Οχι όμως ο Μέλβιλ του κολοσσιαίου «Μόμπι Ντικ» (που θέλει ένα 16σέλιδο ένθετο από μόνος του), αλλά, ας πούμε, ο Μέλβιλ της σπονδυλωτής νουβέλας «Τα μαγεμένα νησιά» (1854), επίσης αυτοβιογραφικής καταγραφής του μεγάλου συγγραφέα και την ίδια στιγμή αξεπέραστης ποιητικής θέασης του θαλασσινού κόσμου (στα ελληνικά σε εξαιρετική μετάφραση από τον Γιώργο Μπαρουξή, εκδ. Ποικίλη Στοά).

Οπως έχω γράψει ξανά, δ​έκα κομψοτεχνήματα συνθέτουν αυτή την ιδιότυπη νουβέλα (ή αλλιώς συλλογή έκκεντρων διηγημάτων), γεμάτη από μια ατόφια ποιητική της παρατήρησης και ταυτόχρονα της ενδοσκόπησης. Ο Μέλβιλ ανατρέχει στα χρόνια που πέρασε πάνω στα φαλαινοθηρικά, στο δικό του πέρασμα από τα Γκαλάπαγκος, τα περίφημα «Ενκαντάδας» (μαγεμένα): «…αυτό το πράγμα που εκφράζεται με την ονομασία του νησιού είναι κάτι που κυλάει στο αίμα, και μπορεί να υπάρχει σε πειρατές και σε ποιητές».

Πού συναντώνται ο Κόνραντ με τον Μέλβιλ; Οχι φυσικά μόνον στον ωκεανό και στα νησιά του. Αλλά στο βλέμμα πάνω στον υδάτινο κόσμο: ​​​​​​«Και καθόμουν κατάκοπος», γράφει ο Κόνραντ, «αλλά μ’ ένα αίσθημα θριάμβου σαν κατακτητής, άυπνος και μαγεμένος μπροστά σ’ ένα βαθύ, ένα μοιραίο αίνιγμα».