ΒΙΒΛΙΟ

Το αφρόγαλα της πραγματικότητας

to-afrogala-tis-pragmatikotitas0

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ 
Ρινόκερως 
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 84
 
to-afrogala-tis-pragmatikotitas0Ο «Ρινόκερως» είναι ένα βιβλίο ωρίμανσης ακόμη και σε σχέση με την «Πολωνία» (2016), που ήταν κατά τη γνώμη μου το καλύτερο μέχρι τώρα βιβλίο του Παναγιώτη Ιωαννίδη. Ανοίγει μια πλατιά βεντάγια ντοκουμέντων και αφηγήσεων, που συγκροτούν μια φαινομενικά απτή πραγματική βάση, είτε πρόκειται για σχετικές με τον ρινόκερω μαρτυρίες από την αρχαιότητα μέχρι τον Ντίρερ, είτε για τη βιογραφία της Γουλφ και του Ματίς, είτε για ιστορίες ανωνύμων, είτε για μιαν επίσκεψη στην Καστοριά. 

Θέτει γεγονότα ή καταστάσεις οιονεί γνωστά σε ήπιο βρασμό και προσφέρει υπό μορφήν στίχων το αφρόγαλά τους. Μοχλεύει ποιητικά την επιφάνεια της πεζής, ακλόνητης πραγματικότητας. Αποκαλύπτει φλέβες έντασης και δράματος που αυτή κρύβει μέσα της. 

Δεν αρνείται ούτε τη σκληρότητα που κορυφώνεται μυτερά, σαν κέρας ρινόκερου στην αρχή της συλλογής, ούτε την άφατη γλυκύτητα του μελιού, του δεύτερου στοιχείου που πραγματεύεται πεζολογικά στο τέλος του βιβλίου, με βάση πάντα υπάρχουσες γραπτές πηγές. Από τον ρινόκερω στο μέλι, η διαδρομή είναι γεμάτη εκπλήξεις και στροφές. 

Το δίφωνο ποίημα «Το δωμάτιο ή το μυστικό της συνάντησης» κρύβει θησαυρούς: «Στο σκότος του Εσύ/ υφίσταται η δυνατότητα/ να συναντήσει κανείς τον εαυτό του» αφού «(Ανέκαθεν ανήκε/ στις ελπίδες του ποιήματος/ να μιλήσει και για το εντελώς Αλλο)». Και κλείνει με ιαπωνική λεπτότητα: «Η πέτρα γίνεται πούπουλο/ όταν ο αέρας γίνει νερό/ Επιλέγω να μη διαλέξω». Το ποίημα «Τι να κάνεις αν δεν μπορείς να κλάψεις» δεν βυθίζεται στη μνήμη· αναμετριέται μαζί της. 

Υπάρχει μέσα του ένα βουβό πείσμα που δεν κατευνάζεται, μια απελπισία που υποστασιοποιείται σε αντικείμενα της καθημερινότητας για να δαμαστεί, ένας φόβος που γίνεται λέξη για να ξορκιστεί: «Μες στο μαύρο σκοτάδι του ύπνου/ είναι μαύρο σκοτάδι/ Και οδηγώ/ χωρίς να βλέπω/ άγνωστο αυτοκίνητο». Η θάλασσα είναι μια απέραντη υγρή παρηγοριά ακόμη και όταν βρισκόμαστε μακριά της αφού «ο αδιάλειπτός της παφλασμός… μας διαπερνά/ μέχρι να φτάσει εκεί όπου/ κρύβεται πάντα/ το παλαιό του ίχνος». 

Για όλους μας, άλλωστε, η ποιητική εμπειρία είναι μια συνάντηση με αυτό το παλαιό, άσβηστο θαλασσινό ίχνος μέσα μας. Κι ας είμαστε πια όπως οι Εγγλέζες γάτες στο ποίημα «Εξέλιξη των ειδών»: «Με λίγο τσάι/ με τις μοκέτες/ τη φλόγα του γκαζιού/ και τα γλυκόλογα που αφειδώς τους απευθύνουν οι άνθρωποι/ οι γάτες ξεγελιούνται/ Εχουν ξεχάσει τις σαβάνες πια/ και τις ερήμους». 

Το ύφος του είναι απλό, ο τόνος του συγκρατημένος, όπως τα γνωρίζουμε ήδη από τις προηγούμενες συλλογές του. Σε ελάχιστα σημεία εκτρέπεται από αυτή την ομοιογένεια με λέξεις όπως «τρελαμένες» («Το δέντρο της ζωής») και ένα αγοραίου ύφους λεξιλόγιο («Η Ιφιγένεια στέλνει στην Αρτεμη»). Δεν είμαι βέβαιη για το αποτέλεσμα. Ας μείνουμε στο κέρασμα του ποιητικού αφρού, της κρέμας των γεγονότων. 

Στην πεζή σύνθεση «Ρινόκερως», με την οποία ανοίγει το βιβλίο, παρακολουθούμε μιαν υποδειγματική κλιμάκωση του πεζού λόγου σε ποίηση. Αρχικά στο τέλος της δεύτερης παραγράφου: «Ετσι, μες στον Μεσαίωνα, έγινα, ως μονόκερως, Χριστός: ένα κέρας εγώ, ένα με τον Πατέρα του αυτός. Και η κοίμησή του στην ποδιά της μάνας του». Επειτα εκεί που τελειώνει η προτελευταία παράγραφος: «Ετσι, με την περιβολή πολεμιστή, ογκώδης και περήφανος επεβλήθην. Και ας μη μοιάζω». Το νιώθει κανείς, εδώ και αλλού, πόσο δυσβάσταχτα πυκνή μπορεί να γίνει κάποτε η ζωή και η ποίηση. Και τίποτε δεν βρίσκεται εγγύτερα στο πικρό από την ακραία γλυκύτητα του μελιού με την οποία το βιβλίο κλείνει.