ΒΙΒΛΙΟ

Δύο τέχνες που παντρεύονται αμοιβαία επωφελώς

Δύο τέχνες που παντρεύονται αμοιβαία επωφελώς

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΤΣΑΚΗΣ
Νόστιμη ποίηση – Μαγειρεύοντας 
με στίχους 
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 168
 
dyo-technes-poy-pantreyontai-amoivaia-epofelos0Η τέχνη της ποίησης είναι υψηλή, όπως και η σκάλα της. Στις μέρες μας, ωστόσο, κινδυνεύει να θεωρηθεί τόσο υψηλή ώστε να χαθεί εντελώς από τα μάτια μας. Κυρίως κινδυνεύει να θεωρηθεί –τι κινδυνεύει δηλαδή, είναι περίπου τελειωμένη υπόθεση!– ένα αντικείμενο για ελιτίστες ή αλαφροΐσκιωτους. Είναι λοιπόν παραπάνω από καλοδεχούμενο το εγχείρημα του Καρτσάκη που, με φυσικότητα και κέφι, παντρεύει την ποίηση με μια δραστηριότητα που βρίσκεται, αντιθέτως, στην κορυφή της δημοφιλίας: τη μαγειρική. Το υπό συζήτηση βιβλίο περιλαμβάνει τέσσερις, χοντρικά, γραμμές αφήγησης: η πρώτη (και κύρια) είναι οι συνταγές που ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει σε στίχους, συχνά μάλιστα σε άψογους κρητικούς δεκαπεντασύλλαβους: «Σε κατσαρόλα ανάλογη σοτάρω το σπανάκι/ τρία με τέσσερα λεπτά, να μαραθεί λιγάκι,/ το μεταφέρω ύστερα σε μια βαθιά λεκάνη,/ προσθέτω τον ανθότυρο (μισό κιλό μου φτάνει),/ άνηθο, αλατοπίπερο και κρέμα ένα φλιτζάνι» (Από το ποίημα «Επιστροφή στο όνειρο», που φέρει ως υπότιτλο «Λαζάνια με σπανάκι στο φούρνο»). Ο τίτλος συνδέεται ήδη με τη δεύτερη γραμμή αφήγησης, που περιλαμβάνει, με τρυφερότητα και πάντα με χιούμορ, στοιχεία αυτοβιογραφίας. Εν προκειμένω, το ποίημα-συνταγή εξιστορεί ένα από κοινού μαγείρεμα πατέρα και κόρης, που λείπει σε κάποια ξενιτιά. 

Η τρίτη γραμμή της αφήγησης είναι δοκιμιακή – αναστοχαστική, ανελλιπώς όμως με διάθεση ανάλαφρη: «Μια αρμονική συναίρεση λόγου, αρετής και ηδονής. Και αν υπολογίσουμε ότι όλα τα έμβια όντα επιδιώκουν την ηδονή, μπορούμε να δεχτούμε ότι η οικουμενικότητα αυτή συνιστά τη φωνή του θείου μέσα στα επιμέρους όντα. Ηδονή λοιπόν θεϊκή. Ο ερωτικός στόχος στην περίπτωση αυτή υπηρετείται από το γρήγορο και το εύκολο του εδέσματος αλλά και τη δυνατότητα της απόλαυσής του στον καναπέ ή και στην κλίνη. Τι ωραίο να πνιγώ μέσα στα κύματα του πάθους απολαμβάνοντας το ρυζόγαλο της Αφροδίτης ή το ανεκδιήγητο Quiche Lorraine». 

Ανάμεσα τώρα στις τρεις πιο πάνω αφηγηματικές γραμμές πλέκεται εδώ κι εκεί μια τέταρτη: η ίδια η ποίηση, η ποίηση των ποιητών. Από το Aσμα Ασμάτων μέχρι τους σύγχρονους Eλληνες ποιητές, ο Καρτσάκης χρησιμοποιεί στίχους για να περάσει από τη μια συνταγή στην άλλη, από τη μια περίσταση του βίου στην επόμενη. Συχνά, άλλωστε, οι ίδιες οι συνταγές συμπεριλαμβάνουν ή και παραλλάσσουν διάσημους στίχους από τον «Ερωτόκριτο» και την «Ερωφίλη». 

Eνας εραστής της ποίησης τόσο γειωμένος όπως ο Καρτσάκης δεν θα παρέλειπε, βέβαια, το αυτονόητο: Το βιβλίο συμπληρώνεται με ένα παράρτημα που περιλαμβάνει όλες τις συνταγές μαγειρικής που έχουμε προηγουμένως απολαύσει σε στίχους. Μολονότι είναι χρήσιμες οι συνταγές, ιδίως για την ακρίβεια της δοσολογίας, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι ήδη με το μέτρο και τη ρίμα οι οδηγίες και τα υλικά εγγράφονται με εντυπωσιακή ευκολία στη μνήμη της αναγνώστριας και του αναγνώστη. Δεν ξέρω πόσο πειστικός μπορεί να είναι ο Καρτσάκης για κάποιαν ή κάποιον που δεν μετέχει εκ των προτέρων στη γοητεία της μιας ή της άλλης τέχνης. Η ίδια πάντοτε θεωρούσα ότι πηγάζουν από την ίδια μήτρα. Η μεταξύ τους αναλογία μού ήταν προφανής, κι έτσι ήμουν μάλλον ώριμο φρούτο για τούτη την ποιητικομαγειρική αλχημεία. Γνωρίζω, ωστόσο, κάμποσους ποιητές αλλά και μαγείρους που θα παραμείνουν μεταξύ τους ασύμβατοι. Ξέρω τι θα έλεγε εν προκειμένω ο Καρτσάκης: Αυτές και αυτοί κάτι χάνουν, κι ας είναι αυτό το «κάτι» μόνο μια απροσδιόριστη υλικότητα κατά την απόλαυση της ποίησης, μια φευγαλέα πνοή κατά την παρασκευή και τη βρώση του φαγητού.