ΒΙΒΛΙΟ

«Λείψανο παλιάς μεγαλοσύνης»

Το εμβληματικό έργο «Η άνοδος και η πτώση της κλασικής Ελλάδας» του καθηγητή του Στάνφορντ Τζοσάια Ομπερ

leipsano-palias-megalosynis-561192619

leipsano-palias-megalosynis0Μπορεί μια μελέτη για την αρχαία Ελλάδα να γραφεί έχοντας ο συγγραφέας ως αρχικό του ερέθισμα την οικονομική κρίση που έπληξε τη σύγχρονη Ελλάδα την τελευταία δεκαετία; Ο Τζοσάια Ομπερ (γενν. το 1953), καθηγητής Κλασικών Σπουδών και Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, από αυτό το γεγονός εμπνεύστηκε την εμβληματική «Ανοδο και την πτώση της κλασικής Ελλάδας», που αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός των ημερών σε μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη από τις εκδόσεις Δώμα. Πώς συνδέεται όμως η Ελλάδα του Περικλή με αυτή των μνημονίων; Δεν τίθεται ανάγκη τέτοιας υπεραπλουστευτικής σύνδεσης ή σύγκρισης. Ωστόσο, για τον Ομπερ, η κατανόηση του αινίγματος που ήταν η κλασική Ελλάδα είναι ζωτικής σημασίας οδηγός για τον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Το αποτέλεσμα είναι μια απαιτητική αναγνωστική εμπειρία που κινείται σε διάφορα πεδία. Οπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, «στηριζόμενος σ’ έναν τεράστιο όγκο ιστορικού, αρχαιολογικού και φιλολογικού υλικού, και αντλώντας από τα πεδία της πολιτικής φιλοσοφίας, της θεσμικής οικονομικής, της θεωρίας παιγνίων, αλλά και της οικολογίας και της εξελικτικής βιολογίας, ο Ομπερ χτίζει ένα θεωρητικό σχήμα που αναδεικνύει την απολύτως καινοφανή προσέγγιση των Ελλήνων στην πολιτική –προσέγγιση θεμελιωμένη στην έννοια του πολίτη, κατ’ αντιδιαστολή προς αυτήν του υπηκόου– και τον ρόλο που αυτή είχε στην οικονομική άνθηση της αρχαίας Ελλάδας». Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει ενδεικτικά αποσπάσματα από αυτό το σημαντικό έργο. 

Προδημοσίευση

Το 1812 ο λόρδος Βύρωνας δημοσίευσε ένα ποίημα που τον ανέδειξε ως τον ήρωα ενός κόσμου που βρισκόταν στο κατώφλι της νεωτερικότητας και διψούσε για συγκινήσεις. Το ποίημα περιλάμβανε τους παρακάτω σπαραχτικούς στίχους: «Ομορφη Ελλάδα! Λείψανο θλιβερό παλιάς μεγαλοσύνης! / Νεκρή, κι όμως αθάνατη! Πεσμένη, ακόμα δίνεις!». Μέσα σε λίγες λέξεις, ο Βύρωνας κατάφερε να αναδείξει τη σκληρή αντίθεση ανάμεσα στην ελληνική αρχαιότητα και στην Ελλάδα που είχε ο ίδιος επισκεφτεί κατά τις περιηγήσεις του το 1809 και το 1810. 

Ο Βύρωνας ήξερε πολλά για την Ελλάδα. Ως μορφωμένος Αγγλος ευγενής, είχε διαβάσει έργα της κλασικής γραμματείας. Ως τολμηρός ταξιδευτής, είχε προσωπική εμπειρία από την Ελλάδα των αρχών του 19ου αιώνα. Την εποχή του Βύρωνα, οι Ελληνες μετρούσαν ήδη τουλάχιστον 300 χρόνια υποτέλειας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πιο πρόσφατα είχαν υποστεί τις αρπακτικές διαθέσεις των Ευρωπαίων συλλεκτών. Αλλά η Ελλάδα ήταν «λείψανο παλιάς μεγαλοσύνης» ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Παυσανίας, περιηγητής στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, περιέγραφε τις ελληνικές αρχαιότητες. 

Ούτε ο Βύρωνας ούτε ο Παυσανίας μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η Ελλάδα θα ήταν μία από τις φτωχότερες χώρες της Ευρώπης ή ότι στις αρχές του 21ου αιώνα, δύο αιώνες αφότου ο Βύρωνας έγραψε τους όμορφους στίχους του, η Ελλάδα θα βρισκόταν σε ακόμα θλιβερότερη κατάσταση – τσακισμένη από μια πολιτική και οικονομική κρίση που εξαθλίωσε εκατομμύρια Ελληνες πολίτες και απείλησε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ευρώπης. Η μεγαλοσύνη της Ελλάδας στα μάτια του Βύρωνα οφειλόταν στα πολιτιστικά και διανοητικά επιτεύγματα της ελληνικής αρχαιότητας: τέχνη και αρχιτεκτονική, λογοτεχνία, εικαστικές και παραστατικές τέχνες, επιστημονικός και ηθικός στοχασμός. 

Μία γενιά αργότερα, ο Βρετανός τραπεζίτης και λόγιος George Grote δημοσίευσε τη μνημειώδη του «Ιστορία της Ελλάδας» (12 τόμοι: 1846-1856), έργο που, στον αγγλόφωνο κόσμο, όρισε σε τι συνίστατο η μεγαλοσύνη της κλασικής Ελλάδας, συνδέοντάς την μ’ ένα συγκεκριμένο σύνολο αξιών και θεσμών: δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα, αξιοπρέπεια – συνδυαζόμενα με μια προσήλωση στην ορθολογική σκέψη, την κριτική αναζήτηση και την καινοτομία. Παρά τη συντομία του και το περιορισμένο του πλαίσιο, το ρομαντικό δίστιχο του Βύρωνα, με την οξεία αντίθεση ανάμεσα στη μοίρα της αρχαίας και σ’ αυτήν της νεότερης Ελλάδας, και με τον καταιγισμό των θαυμαστικών του, αποτυπώνει το αίνιγμα που επιχειρεί να λύσει τούτο το βιβλίο: Πώς και γιατί οι αρχαίοι Ελληνες δημιούργησαν έναν πολιτισμό που απέκτησε τόσο κεντρική σημασία για τον νεότερο κόσμο; Αν η Ελλάδα υπήρξε κάποτε μεγάλη, γιατί έπαψε να είναι; Και γιατί η μνήμη της Ελλάδας διατηρήθηκε για τόσο πολύ καιρό μετά την πτώση της; Τα ερωτήματα αυτά εξακολουθούν να έχουν ζωτική σημασία στον 21ο αιώνα. Και μπορούν ν’ απαντηθούν. Η Ελλάδα –ο αρχαιοελληνικός κόσμος που, ακόμα και πριν απ’ τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εκτεινόταν ανατολικά μέχρι τη δυτική Ασία, βόρεια μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, νότια μέχρι τη Βόρεια Αφρική και δυτικά μέχρι την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία– ήταν όντως μεγάλη. Ηταν μεγάλη χάρη σε μια σειρά από πολιτιστικά επιτεύγματα, τα οποία στηρίζονταν σε μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη. Και τούτη η ανάπτυξη μπόρεσε να υπάρξει χάρη σε μια ιδιαίτερη προσέγγιση στην πολιτική. (…) Ενα απ’ τα κεντρικά ερωτήματα που γεννά η αρχαιοελληνική ιστορία είναι πώς, και για ποιους λόγους, ένα τόσο εκτεταμένο σύστημα μικρών κρατών μπόρεσε να ακμάσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε πλήρη αντίθεση, π.χ. με την ευρωπαϊκή ιστορία μεταξύ 1500 και 1900 μ.Χ. ή την κινεζική ιστορία μεταξύ 700 και 200 π.Χ., στο ελληνικό οικοσύστημα υπήρχαν πολύ περισσότερα ανεξάρτητα κράτη στο απόγειο της κλασικής άνθησης σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες. Παρά τις επανειλημμένες απόπειρες, καμία πόλη-κράτος της κλασικής εποχής δεν κατάφερε να δημιουργήσει μια συγκεντρωτική αυτοκρατορία. Αραγε, γιατί κατά τη διάρκεια της μεγάλης άνθησης δεν συγχωνεύτηκαν τα πολλά ελληνικά κράτη σε μια ενιαία αυτοκρατορία, κατά το πρότυπο της Περσίας, της Καρχηδόνας ή της Ρώμης; Ή, αφού δεν έγινε αυτό, γιατί δεν προέκυψαν λίγα μεγάλα ανταγωνιστικά κράτη, κατά το πρότυπο της αρχαίας Φοινίκης, της Κίνας της περιόδου των Εμπόλεμων Κρατών ή της Ευρώπης του 1500-1900 μ.Χ.;
Για να λειτουργήσει ένα κοινωνικό σύστημα πρέπει να δημιουργήσει αξιόπιστες μορφές συνεργασίας μεταξύ ενός εκτεταμένου πληθυσμού και να μοιράζει τους καρπούς αυτής της συνεργασίας στα μέλη του πληθυσμού με τρόπο που να αποτρέπονται τα ξεσπάσματα καταστροφικής βίας. 

Τα συστήματα συγκεντρωτικής εξουσίας λειτουργούν σύμφωνα με την απλή αλλά πανίσχυρη λογική της διαταγής και του ελέγχου: η συνεργασία επιτυγχάνεται μέσω της υπακοής σε μια κεντρική καταναγκαστική εξουσία. Με μια ενιαία δομή εξουσίας ικανή να επιβάλλει τη συνεργασία και μ’ ένα σύστημα καταμερισμού των καρπών της συνεργασίας που να διασφαλίζει ότι όσοι είναι ικανοί να αποσταθεροποιήσουν την κοινωνία με βίαια μέσα δεν θα έχουν κίνητρο να το κάνουν, οι συγκρούσεις περιορίζονται σημαντικά. Η βασική λογική της συγκεντρωτικής εξουσίας έχει αναγνωριστεί από παλιά· ο Τόμας Χομπς, στο σπουδαίο του έργο πολιτικής θεωρίας των μέσων του 17ου αιώνα, τον «Λεβιάθαν» (1651), παραμένει ένας απ’ τους οξυδερκέστερους αναλυτές της. 

Η περίφημη θέση του Χομπς είναι πως όλες οι κοινωνίες καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σ’ ένα σύστημα συγκεντρωτικής εξουσίας ή στην αναρχία του «πολέμου όλων εναντίον όλων» – μια κατάσταση όπου η ανθρώπινη ζωή είναι αναπόφευκτα «φτωχή, μοναχική, σκληρή, κτηνώδης και σύντομη».

Η δημοκρατία της μετακλασικής εποχής

‘Οπως έχουμε δει, η ελληνική δημοκρατία δεν έσβησε με την πολιτική πτώση· πολλές ελληνικές πόλεις της ελληνιστικής περιόδου υιοθέτησαν πολιτικούς θεσμούς και πολιτισμικές αξίες της κλασικής Αθήνας. Μάλιστα, στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. οι ελληνικές πόλεις που ήταν δημοκρατίες ήταν πιθανότατα περισσότερες από ποτέ άλλοτε. Με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί στον Κατάλογο, ο David Teegarden, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο του Μπάφαλο, μέτρησε τα ελληνικά κράτη για τα οποία καταγράφεται ότι είχαν γνωρίσει πολιτειακή αλλαγή ανά πεντηκονταετία, από τις αρχές του 7ου μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Ο αριθμός και το ποσοστό των πόλεων που γνωρίζουμε ότι διοικούνταν από ολιγαρχίες αυξάνεται σε κάθε πεντηκονταετία από τις αρχές του 7ου μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. (από 40% σε 59%), αλλά κατόπιν μειώνεται (στο 37%). Αντίθετα, ο αριθμός και το ποσοστό των κρατών που είναι γνωστό ότι διοικούνταν ως δημοκρατίες αυξάνονταν σημαντικά από τις αρχές του 6ου μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. (από 4% σε 46%). 

Με βάση αυτούς τους αριθμούς, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το 300 π.Χ. περίπου οι μισές πόλεις του ελληνικού κόσμου ήταν δημοκρατίες. Παρότι τα ελληνιστικά δημοκρατικά κράτη διέφεραν από ορισμένες απόψεις από εκείνα της κλασικής Ελλάδας, ήταν, ωστόσο, δημοκρατικά από την ουσιώδη άποψη ότι αποτελούσαν κράτη που αυτοκυβερνιόνταν συλλογικά, διοικούμενα από ένα ευρύ και κοινωνικά ετερογενές σώμα πολιτών. Η τάση προς τη δημοκρατία δεν φαίνεται να αντιστράφηκε κατά τη διάρκεια του 3ου και στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. Αυτήν τη μετακλασική περίοδο αυτοδιακυβέρνησης από τους πολίτες μπορούμε να την εξηγήσουμε με πολλούς τρόπους, στους οποίους συγκαταλέγεται και η στρατηγική επιλογή του Αλέξανδρου να καθαιρέσει τις φιλοπερσικές ολιγαρχίες στις πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας. Το ερώτημα που παραμένει είναι γιατί η τάση αυτή δεν αντιστράφηκε με το πέρασμα του χρόνου: Γιατί οι νέες δημοκρατίες αποδείχθηκαν τόσο ανθεκτικές στα ολιγαρχικά και τυραννικά πραξικοπήματα; Ο David Teegarden δίνει μια απάντηση: αντιγράφοντας νομικούς θεσμούς που είχαν συμβάλει στη σταθεροποίηση των δημοκρατιών της κλασικής περιόδου, κυρίως τη νομοθεσία που επέτρεπε την τυραννοκτονία, οι δημοκρατικοί των ελληνικών πόλεων της μετακλασικής εποχής είχαν στην ουσία επινοήσει ένα «παίγνιο δημοκρατικών και ολιγαρχικών» το οποίο ευνοούσε τη διατήρηση της δημοκρατίας. 

Οι κανόνες του παιγνίου θεσπίζονταν με νόμους που εν μέρει βασίζονταν στους αντιτυραννικούς νόμους της κλασικής Αθήνας. Οι νέοι κανόνες μείωναν το επίπεδο της «αλληλοτροφοδοτούμενης άγνοιας» μεταξύ των πολιτών όσον αφορά τις προτιμήσεις τους για το πολίτευμα, προσέφεραν ισχυρά κίνητρα σε όποιον έκανε την πρώτη κίνηση να επιτεθεί σε αντιδημοκρατικούς επαναστάτες και επέτρεπαν έτσι μια κλιμάκωση της συνεργατικής δράσης των δημοκρατικών πολιτών για την προάσπιση του καθεστώτος. Οι επίδοξοι ολιγαρχικοί, βλέποντας ότι το παίγνιο «ολιγαρχικών και δημοκρατικών» οδηγούσε σ’ αυτήν τη δυσμενή (για εκείνους) έκβαση, αποτρέπονταν ορθολογικά από την επαναστατική δράση, προτιμώντας αντίθετα να συνεργαστούν με τους δημοκρατικούς. Η κοινωνική ισορροπία που προέκυπτε σταθεροποιούσε το δημοκρατικό καθεστώς. Τούτη η ισορροπία αποτελούσε ξεκάθαρα σημαντική όψη της δημοκρατίας της μετακλασικής εποχής. Σε αυτή την ενότητα αναπτύσσω ένα παρόμοιο και συμπληρωματικό επιχείρημα που εξηγεί γιατί οι ιδιοτελείς ελίτ σε πόλεις που απειλούνταν από τους πολέμαρχους μπορεί να επέλεγαν να στηρίξουν τη δημοκρατία παρά τη σχετικά υψηλή εσωτερική φορολογία.