ΒΙΒΛΙΟ

Η ζωή σε εποχές

i-zoi-se-epoches-2014340

Χριστίνα Καράμπελα
«Καιροί τέσσερεις».
Εκδόσεις «Πόλις»
Αθήνα 2014, σελ. 197.

Η Χριστίνα Καράμπελα μόλις κλείσει τις σελίδες με τα νούμερα και τα συμπεράσματα από τις δημοσκοπήσεις κάθε είδους επιστρέφει στο σπίτι της και γράφει. Γράφει κείμενα για κόσμους που δεν μετριούνται στις δημοσκοπήσεις, ίσως όμως και να είναι πρόσωπα που κάποιες στιγμές τους απευθύνθηκε και ζήτησε τις απαντήσεις τους. Το πρώτο της βιβλίο «Καιροί τέσσερεις» είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, με τέσσερις διαφορετικούς ήρωες που δρουν και λειτουργούν στις τέσσερις εποχές του χρόνου. Ανθρωποι αληθινοί, διαφορετικοί, που όμως η συγγραφέας τους ζωντανεύει με τρόπο άμεσο και γλαφυρό. Κι ίσως αυτό να είναι το σημείο στο οποίο συναντιούνται η γραφή της Χριστίνας Καράμπελα με την επαγγελματική της ενασχόληση: στο ότι μπορεί να «διαβάζει» και να προσεγγίζει τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Γύρω από μια ηλικιωμένη αρχόντισσα γυρίζει το γαϊτανάκι αυτής της ιστορίας σε τέσσερις πράξεις. Ενα βιβλίο που είναι και λίγο σάγκα, που είναι και λίγο αστυνομικό, και λίγο μυστήριο και πολύ πολύ γήινο και μυρωδάτο. Οπως τα γλυκά του κουταλιού, που ήταν η μεγάλη «αμαρτία» της κυρίας Ρούλας, από την οποία ξεκίνησε όλη η ιστορία: «Τα πορτοκάλια μου με περιμένουν. Τα χαϊδεύω, σαν κεφαλάκια μωρού το καθένα, τα μεταφέρω από το ένα χέρι στο άλλο. Ζωντανά, γεμάτα χυμούς, ζυγίζω την ψυχή τους. Πρώτα τα ξυρίζω με το μαχαίρι ένα ένα, να φύγει η πικράδα της φλούδας, και μετά τα ρίχνω στο νερό, τα ζεματάω. Οταν κρυώσουν λίγο τα σφάζω προσεκτικά, στην αρχή μια τομή στη μέση, μετά αποχωρίζω τα δύο μισά και συνεχίζω. (…) Αρμπαρόριζα και βανίλια, μην ξεχάσω, και ίχνος νερού. Εχουν τα δικά τους υγρά, χάνεται η ευωδιά τους αν προσθέσεις νερό», λέει η Ρούλα μέσω της Χριστίνας Καράμπελα. Και πιο κάτω καταπιάνεται με το κυδώνι: «Το κυδώνι δεν είναι ακριβώς γλυκό, είναι είδος πρώτης ανάγκης, το έχεις πάντα στο σπίτι, μαζί με το σιμιγδάλι για χαλβά, το ψωμί, το λάδι, το γάλα, τις ελιές και τα μπαχάρια (…) Το χρώμα των κομματιών του κυδωνιού δείχνει τη νοοτροπία της νοικοκυράς, έλεγε η γιαγιά μου. Αλλες το προτιμούν ξανθό, σχεδόν κομπόστα, άλλες το θέλουν βαθύ καφεπορτοκαλί και με παχύ σιρόπι, να σου κόβει την ανάσα η γλύκα, και άλλες, ανάμεσα σ’ αυτές κι εγώ και η γιαγιά η Ερατώ και η προγιαγιά, όχι βέβαια η μάνα μου η ανεπρόκοπη, πορτοκαλί ανοιχτό, πορτοκαλόχρυσο…».

Ολα ζωντανεύουν σ’ αυτό το βιβλίο, κι όχι μόνο τα πρόσωπα, τα κεντρικά και τα περιφερειακά, αλλά και τα άψυχα που έχουν ιδιαίτερο ρόλο σ’ αυτή την ιστορία. Από τα πορτοκάλια και τα κυδώνια, μέχρι τα έπιπλα εκείνου του πύργου στην οδό Χρυσανθέμων. Και βεβαίως ζωντανές, ολοζώντανες, οι εποχές, οι ιδιαιτερότητες των φύλων, των σχέσεων, των τάξεων. «Ας είναι καλά το ανθρωπάκι, δυόμισι χρονών πια, περπατάει, τρέχει, κελαηδά. Δεν ξέρω βέβαια αν θα χαιρόταν και πολύ η Πέρσα μου να το βλέπει να τρέχει στον κήπο και να ξεριζώνει τα μυριστικά της μάνας της, της γιαγιάς της και των άλλων πιο πίσω…». «Καιροί τέσσερεις» και το «τέσσερεις» με ει, με την παλιά γραφή, εποχές τέσσερις, γενιές πολλές, ο κύκλος της ανθρώπινης ζωής σε εποχές και σε πρόσωπα, το μυστήριο των σχέσεων των ανθρώπων. Ενα γοητευτικό βιβλίο μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως.