ΒΙΒΛΙΟ

Ποιος χρειάζεται αυτά τα κρατικά βραβεία;

poios-chreiazetai-ayta-ta-kratika-vraveia-2015434

Η βράβευση είναι κάτι που πάντοτε ονειρεύεται κάθε δημιουργός. Εν προκειμένω, ο λόγος περί των λογοτεχνικών βραβεύσεων, με την αφορμή των φετινών κρατικών λογοτεχνικών βραβείων που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα. Οταν καθιερώθηκαν, στις αρχές της δεκαετίας του ’50 από την Ομάδα των Δώδεκα, οι λόγοι ήταν άλλοι. Βρισκόμαστε ακόμα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα και θεωρείται απαραίτητος ο ορισμός ενός λογοτεχνικού κανόνα, αρχικά, στο πλαίσιο εθνικών «κανόνων». Εξ ου και τα πρώτα χρόνια, τα βραβεία συνοδεύτηκαν με αποκλεισμούς με κριτήριο όχι τη λογοτεχνική αξία του κρινόμενου έργου, αλλά την ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα του.

Λίγο αργότερα καθιερώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, θεσμός που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με επιτυχημένες και αποτυχημένες στιγμές, κάποιες φορές με παρεΐστικες επιλογές, ενώ τα τελευταία χρόνια, συχνά στα κριτήρια μπαίνει και λίγο η αγορά. Αν τον πρώτο καιρό της καθιέρωσης του θεσμού η ηθική επιβράβευση του κάθε συγγραφέα ήταν το κύριο ζητούμενο, με το πέρασμα του χρόνου, όλοι, συγγραφείς και εκδότες, ποντάρουν και στην τόνωση της κυκλοφορίας του βραβευμένου βιβλίου.

Ωστόσο, ήταν ποτέ το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο κριτήριο για αύξηση των πωλήσεων; Ενδεικτικά, το βραβείο Μπούκερ και το Γκονκούρ, στη Βρετανία και τη Γαλλία αντίστοιχα, εξασφαλίζουν στους εκάστοτε βραβευμένους κατακόρυφη αύξηση πωλήσεων, μεταφράσεις στο εξωτερικό, δημοσιότητα. Στη χώρα μας υπάρχει κάτι ανάλογο;

Δύο συγγραφείς, ο Νίκος Δαββέτας, που υπήρξε και πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων, και ο Χρήστος Χωμενίδης, μία από τις πιο δημοφιλείς στο κοινό αλλά και αναγνωρισμένες από την κριτική «πένες» μας, αποτιμούν τον θεσμό και το «αντίκρισμά» του στην αγορά του βιβλίου, στην «αγορά» των ΜΜΕ, και στη συγγραφική «αγορά».

Τα βραβεία είναι προβολείς
Του Χρηστου Α. Χωμενιδη

Είκοσι και ένα πλέον χρόνια στο κουρμπέτι, στο μεροδούλι-μεροφάι της πεζογραφίας, έχω λάβει μεγάλες ανταμοιβές: Τα βιβλία μου έχουν πουλήσει συνολικά περίπου τετρακόσιες χιλιάδες αντίτυπα και έχουν μεταφραστεί σε έξι γλώσσες. Eχουν ασχοληθεί μαζί τους καταξιωμένα λογοτεχνικά αλλά και γενικής ύλης έντυπα ημεδαπά και ξένα. Με έχουν στείλει τα βιβλία μου, τα χάρτινα παιδιά μου (που για να τα γράψω, έφτυσα –μεταφορικά ευτυχώς– αίμα) να συμμετάσχω στο διεθνώς καταξιωμένο «International Writing Program» του Πανεπιστημίου της Αϊόβα. Μα και να εκπροσωπήσω την Ελλάδα στη Μασσαλία – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2013… Δεν έχω εντούτοις κερδίσει κανένα απολύτως λογοτεχνικό βραβείο. Το θεωρώ σωστό και δίκαιο.

Τα λογοτεχνικά βραβεία δεν είναι παράσημα για να απονέμονται σε ανδραγαθήσαντες ή έστω χειροκροτηθέντες συγγραφείς. Οι επιτροπές που τα αποφασίζουν δεν πρέπει να έχουν ως σκοπό την επικύρωση μιας επιτυχίας, καλλιτεχνικής, πόσω δε μάλλον εμπορικής. Το κοινό δεν περιμένει να μάθει –διά των βραβεύσεων– κάτι που ήδη γνωρίζει.

Γνώμονας για την απονομή των βραβείων οφείλει να ’ναι το να κινηθεί το ενδιαφέρον σχετικά με κάποιο βιβλίο ή συγγραφέα που ενώ αξίζει, δεν έχει ακόμα προσεχτεί επαρκώς από τους αναγνώστες και τους κριτικούς. Τα βραβεία είναι προβολείς, μεγάλοι ή μικρότεροι. Καταξιώνονται όταν η απονομή τους πυροδοτεί συζητήσεις, προκαλεί σούσουρο. Οταν μάς φωτίζουν κάτι που έως τότε μάς διέφευγε.

Σημαίνουν τα παραπάνω πως βραβεία θα έπρεπε να δίνονται μόνο σε πρωτοεμφανιζόμενους ή έστω νέους λογοτέχνες; Οχι. Ζουν και δημιουργούν ανάμεσά μας πολύ αξιόλογοι συγγραφείς που, για λόγους ποικίλους, κινούνται ανεξαρτήτως ηλικίας και προϊστορίας μεταξύ της αφάνειας και της αναγνώρισης ενός πολύ περιορισμένου κοινού. Δεν χρειάζεται πρώτα να πεθάνουν –όπως συνέβη, λόγου χάριν, με τον Νίκο Καχτίτση– και έπειτα να τους προσέξουμε.

Το γεγονός ότι η συλλογή διηγημάτων «Το Αστείο» του Γιάννη Παλαβού βραβεύτηκε επανειλημμένα με γέμισε χαρά. Με έκανε να πιστέψω πως τα βραβεία διατηρούν το νόημά τους.

Το νέο μυθιστόρημα του κ. Χρ. Χωμενίδη, με τίτλο «Νίκη», θα κυκλοφορήσει μέσα στην επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις «Πατάκης».

Δημοσιότητα χωρίς πωλήσεις
Του Νικου Δαββετα*

Απ’ ό,τι υπολόγισα, κατά τη διάρκεια της θητείας μου στην επιτροπή των κρατικών βραβείων, η βράβευση ενός λογοτεχνικού έργου στις κατηγορίες διηγήματος και ποίησης βοηθά να εξαντληθεί η πρώτη του έκδοση και να υπάρξει σύντομα και μια δεύτερη. Δηλαδή, με τη γλώσσα της αγοράς, μιλάμε για 1.000 έως 2.000 αντίτυπα. Ελαφρώς βελτιωμένοι είναι οι αριθμοί στο μυθιστόρημα (4.000-6.000), ενώ δεν υπάρχει ουσιώδης αύξηση των πωλήσεων για τα βραβευμένα έργα στις κατηγορίες του δοκιμίου και του χρονικού-μαρτυρίας.

Αν κρίνουμε από τις πωλήσεις, τελικά ένα βραβείο έχει απήχηση μόνο στον στενό κύκλο των βιβλιόφιλων, που στην Ελλάδα δεν ξεπερνά τις 10.000. Κι αυτοί βέβαια δύσκολα πείθονται να φτάσουν ώς το ταμείο αν το έργο δεν έχει κάνει κάποια αίσθηση προηγουμένως. Με την οικονομική – κοινωνική κρίση, μάλιστα, έχει ενταθεί η απαξίωση των θεσμών της πολιτείας και η καχυποψία των αναγνωστών για κάθε τι το «κρατικό», άρα και το «μνημονιακό», ενεργοποιώντας τους ανάλογους απορριπτικούς μηχανισμούς.

Εκείνο πάντως που δεν είναι μετρήσιμο ίσως να έχει και τη μεγαλύτερη σημασία: Ανεξαρτήτως του βιβλίου, οι βραβευμένοι συγγραφείς αποκτούν τα τελευταία χρόνια μεγάλη προβολή από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συνεπώς μια «αναγνωρισιμότητα» σε δυναμικά στρώματα της κοινωνίας που πριν το έπαθλο σπανίως είχαν. Αυτό μακροπρόθεσμα έχει ως συνέπεια να συνομιλούν από καλύτερη θέση με τους εκδότες, τον επαγγελματικό περίγυρο, τους εκπροσώπους του Τύπου και της πολιτείας. Κατά κάποιο τρόπο, θα λέγαμε ότι η ευρύτερη δημοσιότητα που απολαμβάνουν τους βοηθά να αποτινάξουν το προσωπείο του «γραφικού μποέμ», του «ρομαντικού ιδαλγού», του «αποσυνάγωγου» και να αποκτήσουν πρόσωπο εξαργυρώσιμο στην κοινωνία των πολιτών.

Βέβαια, ας έχουμε πάντα κατά νου, ότι όλες ανεξαιρέτως οι διακρίσεις δεν έχουν καμιά σχέση με την πνευματική κίνηση και την εξέλιξη της πραγματικής λογοτεχνίας, στην οποία ο πανδαμάτωρ χρόνος, που δεν (ανα)γνωρίζει… δάφνες και πικροδάφνες, έχει τον τελευταίο λόγο.

* Ο κ. Νίκος Δαββέτας έχει διατελέσει πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής Κρατικών Βραβείων. Το τελευταίο μυθιστόρημά του έχει τίτλο «Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».