ΒΙΒΛΙΟ

Ουγγρικό «αστυνομικό» με αμερικανικό πρότυπο

oyggriko-astynomiko-me-amerikaniko-protypo-2039375

VILMOS KONDOR
Eγκλημα στη Βουδαπέστη
μετ.: Φ. Χρυσόπουλος
εκδ. Κέδρος, σελ. 304

Η Ουγγαρία εμφανίζει αρκετές ομοιότητες, αλλά και σημαντικές διαφορές με την Ελλάδα: «ανάδελφο έθνος», με γλώσσα εξαιρετικά δύσβατη, σχεδόν απρόσιτη στους Ευρωπαίους, εν μέρει κοινό ιστορικό παρελθόν και κλέος, υπό τον οθωμανικό ζυγό για αιώνες, κι από την άλλη, πάλαι ποτέ μεγάλη ποδοσφαιρική και φιλοσοφική σχολή, σημαντικοί λογοτέχνες που έγραψαν στα γερμανικά, και μία πρωτεύουσα με διπλό όνομα (Βούδα, Πέστη) που κυριαρχούσε στα χρόνια της αυστρο-ουγγρικής μοναρχίας και στον Μεσοπόλεμο.

Ενα επί πλέον κοινό αφορά την αστυνομική λογοτεχνία των δύο χωρών, το γεγονός, ότι αμφότερες εμφανίζονται με σημαντική καθυστέρηση, και μία ειδοποιός διαφορά, καθώς η Ουγγαρία, και λόγω της σαραντάχρονης λαϊκοδημοκρατικής διακυβέρνησης και σοσιαλιστικής ένταξης, ουσιαστικά δεν έχει παράδοση στην αστυνομική λογοτεχνία, ούτε καν διαθέτει τον «δικό της Γ. Μαρή».

Ο Βίλμος Κόντορ (πιθανώς λογοτεχνικό ψευδώνυμο), με το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, που κινείται μεταξύ του hard-boiled (με κύριες επιρροές από τον Ντ. Χάμετ και τον Τσαρλς Γουίλφορντ) και ιστορικού θρίλερ, τοποθετεί την πρωτεύουσα των Μαγυάρων στο επίκεντρο της αφήγησης και της πολυτάραχης ουγγρικής ιστορίας υπό την κυριαρχία του διαβόητου Μίκλος Χόρτι, στη βαριά σκιά του ουγγρικού εθνικισμού και αντισημιτισμού.

Πολιτική και έγκλημα

Με πρωταγωνιστή τον δημοσιογράφο-αστυνομικό ρεπόρτερ, Ζίγκμοντ Γκόρντον, που έχει ζήσει στην Αμερική και διατηρεί σχέσεις με μία καλλιεργημένη γραφίστρια, στην οποία προτάθηκε, χάριν της μυθοπλασίας, συνεργασία από την Penguin, ο αναγνώστης παρακολουθεί «κατά πόδας» τις έρευνες και τις μετακινήσεις του στη σκοτεινή πλευρά της Βουδαπέστης, αλλά και στα γνωστά «στέκια» της καλής κοινωνίας, λίγο μετά τον θάνατο και τη μεγαλοπρεπή κηδεία του Ούγγρου πρωθυπουργού Γκιούλα Γκέμπες.

Το πτώμα μιας νεαρής κοπέλας, εβραϊκής καταγωγής και από ευκατάστατη οικογένεια, θα δώσει την αφορμή και το κίνητρο στον Γκόρντον, να αναζητήσει στον ημίκοσμο της Βουδαπέστης τα πρόσωπα που εμπλέκονται στον φόνο. Αυτή η έρευνα και η ταυτόχρονη περιπλάνηση στην πόλη θα τον φέρει σ’ επαφή τόσο με το οργανωμένο έγκλημα, κυρίως τα κυκλώματα που εμπλέκονται με το εμπόριο λευκής σαρκός και εκτείνονται μέχρι το Βελιγράδι, όσο και με τις παράνομες δραστηριότητες των κομμουνιστών, που βρίσκονται σε απηνή διωγμό από την ακροδεξιά κυβέρνηση, μετά την επανάσταση του 1919.

Παράλληλα, θα έρθει σε επαφή με την «υψηλή κοινωνία», που ξέρει πίσω από τις μπροκάρ κουρτίνες των πολυτελών διαμερισμάτων της να κρύβει ένοχα μυστικά και σκοτεινά συμφέροντα, ενώ, χάρις στην ιδιότητα του Γκόρντον, αποδίδονται με πιστότητα και το αγχώδες κλίμα στα δημοσιογραφικά γραφεία της εποχής, αλλά και ο κόσμος της πυγμαχίας.

Ανοίγει τον δρόμο

Η τριτοπρόσωπη, γραμμική αφήγηση (δεν υπάρχουν φλας-μπακ ούτε εσωτερικοί μονόλογοι, παρά μόνο ιστορικές αναδρομές) ακολουθεί πιστά τις συμβάσεις ενός καλού αστυνομικού: μέσα από διαλόγους και περιγραφές που αποτυπώνουν το κλίμα του Μεσοπολέμου, την ατμοσφαιρικότητα της πόλης (έστω και αδύναμα, για Ούγγρο συγγραφέα), την πορεία των ερευνών, μαζί και αρκετές στιγμές έντασης και δράσης, επιβεβαιώνεται ο χαρακτηρισμός «θρίλερ», με σωστή εναλλαγή του ρυθμού και αρκετούς πειστικούς χαρακτήρες που συμπρωταγωνιστούν, όπως ο παππούς Μορ, παρασκευαστής διαφόρων ειδών γευστικής μαρμελάδας.

Ο Κόντορ, με τις όποιες επιρροές που «κουβαλά» από το αμερικανικό πρότυπο και την έμμεση αναφορά στον Φίλιπ Κερ, απέχει παρασάγγας από τη μεγάλη λογοτεχνική παράδοση του Σάντορ Μάραϊ, του Πέτερ Εστερχάζι, του Ιμρε Κέρτεζ ή του Ιβαν Σάντορ. Αντ’ αυτού όμως, ανοίγει από τους πρώτους τον δύσβατο δρόμο για το «ουγγρικό αστυνομικό», που έχει πολλά ακόμα να αφηγηθεί από τις περιπέτειες ενός ιδιαίτερα εσωστρεφούς, αλλά και έντονα ευρωπαϊκού, έθνους.

Η ελληνική (πρώτη) έκδοση θα είχε πάντως να κερδίσει πολλά περισσότερα αν γινόταν από το πρωτότυπο, σε μία από τις λιγοστές ευκαιρίες να «συνομιλήσουν» με περισσή επιμέλεια οι δύο γλώσσες αδιαμεσολάβητα. Ας ελπίσουμε αυτό να συμβεί με τα επόμενα βιβλία του Β. Κόντορ στα ελληνικά, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται να παρουσιάζει το «Budapest novemberben», με φόντο την Ουγγρική Επανάσταση.