ΒΙΒΛΙΟ

Στο ημίφως των καμπαρέ

sto-imifos-ton-kampare-2090302

Georges Simenon
«Στριπτήζ»
μτφρ.:Αργυρώ Μακάρωφ
εκδ. Αγρα, Αθήνα 2015

Πάθη και πόθοι, αισθησιασμός και υποκρισία, σάρκα και ψυχή, κυρίως όμως ένας ανελέητος και υπόγειος αγώνας για (καθημερινή) επιβίωση, ανάμεσα στον φόβο και στη ζηλοτυπία, είναι τα θέματα του Σιμενόν, αυτού του «σύγχρονου αντι-Μπαλζάκ» (Ρ. Κάντερς) της ύστερης νεωτερικότητας, στο «Στριπτήζ», που μας μεταφέρει στον ημίκοσμο των καμπαρέ της Γαλλικής Ριβιέρας. Hδη, με το αισθησιακό «μαύρο» εξώφυλλο, το αναγνωστικό ερέθισμα εκκινεί σαν από σκηνή εποχής και μας προετοιμάζει κατάλληλα για ένα «νούμερο» ιδιαίτερο, που μόνο η δεξιοτεχνία του Σιμενόν θα μπορούσε να προσδώσει στη σκοποφιλική ματιά εκείνη τη λογοτεχνικότητα, η οποία μεταμορφώνει τον αναγνώστη από «ηδονοβλεψία» σε παρατηρητή της «ανθρώπινης κατάστασης» στον χώρο του λαϊκού θεάματος και στα καταγώγια της κοινωνίας και της ψυχής.

Οι πρωταγωνιστές του «Στριπτήζ» δεν είναι ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι από τους θαμώνες του «Μονικό», που συχνάζουν κάθε βράδυ για να γδύσουν με το βλέμμα τους ό,τι παραμένει απόκρυφο στο νούμερο της έμπειρης χορεύτριας, που ακούει στο όνομα Σελίτα, κυνικής, αλλά και με μια ηθική, που «σιχαίνεται να την αντιμετωπίζουν με συγκαταβατικό ύφος, σαν να τη λυπούνται». Τα αφεντικά της, ο Λεόν, που αντιμετωπίζει τις γυναίκες του καμπαρέ περισσότερο σαν «πόρνες» παρά σαν «σκοτεινό αντικείμενο μιας φαντασίωσης», και η Φλωράνς, η σύζυγος, που ξέρει πότε πρέπει να δείχνει συγκατάβαση, είναι μαζί με τη Σελίτα (και τον καχεκτικό Εμίλ) τα πρόσωπα που φωτίζονται αριστοτεχνικά, πότε υποβλητικά, όπως συμβαίνει στη σκηνή του στριπτήζ (σ. 47) και πότε με τις ίντριγκες του ημίκοσμου, από τον συγγραφικό προβολέα, που κινείται ευέλικτα στο σκηνικό του γαλλικού Νότου. Οι εύθραυστες ισορροπίες του «τριγώνου» και οι κρυφές φιλοδοξίες της Σελίτα θα ανατραπούν σταδιακά με την εμφάνιση μιας «επαρχιωτοπούλας», της Μωντ Λερουά, που ζητάει δουλειά στο «Μονικό», αναστατώνοντας επικίνδυνα τον μικρόκοσμο του καμπαρέ.

Στο «Στριπτήζ» ξεγυμνώνεται αργά η ανθρώπινη ψυχή, μόνο που, πίσω από τη σαγήνη και τους ανομολόγητους πόθους, κυριαρχούν ο ανταγωνισμός, η διπλή (μικροαστική) ηθική και η υπόγειες συγκρούσεις, μαζί με μια στοιχειώδη ανθρωπιά, που διακρίνει τον «λογοτεχνικό ημίκοσμο» του Σιμενόν σε πολλά έργα του επιβεβαιώνοντας, πέραν της μαεστρίας του συγγραφέα, τη συμπόνοια που ξέρει να «χαρίζει» στους ταπεινούς ανθρώπους, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, όπως ο καχεκτικός Εμίλ.

Ο Σιμενόν αποδεικνύεται ακόμη μία φορά ένας «μυθιστοριογράφος του ασυνείδητου», όσο κι αν εμμέσως το αμφισβητεί στη γνωστή συνέντευξή του στον Φρ. Λακασέν, στο Magazin Littéraire (1975). Στηριζόμενος στην εμπειρία, τη διαίσθηση και την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του, πλάθει ακόμη μία φορά πειστικούς χαρακτήρες, ώστε να «μυήσει» τον αναγνώστη στον κόσμο της εκμετάλλευσης και της εμπορεύσιμης λαγνείας, διεισδύοντας στον ψυχισμό των (αντι)ηρώων του, πρωτίστως όμως των πραγματικών πρωταγωνιστριών, των κοριτσιών στο ημίφως των καμπαρέ, και δείχνοντας κατανόηση στα κίνητρά τους, καθώς διεκδικούν «μια θέση στον ήλιο», ενώ ταυτόχρονα ζουν «μια ζωή χωρίς αγάπη κι ελπίδα», στο περιθώριο της κοινωνίας.