ΒΙΒΛΙΟ

Τα «ελαφριά» βιβλία

ta-elafria-vivlia-2094572

Είμαστε καλομαθημένοι οι Ελληνες αναγνώστες. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, όσο τουλάχιστον παρακολουθώ εγώ από κοντά τη βιβλιοπαραγωγή, τα εξώφυλλα, το σώμα των κειμένων, το δέσιμό τους ήταν προσεγμένα, βαριά, ακριβά. Πιάναμε ένα βιβλίο στο χέρι μας και το νιώθαμε. Οι καιροί, όμως, αλλάζουν. Η οικονομική δυσπραγία δεν άφησε ανέγγιχτους τους εκδότες και τους τυπογράφους, όπως, επίσης, δεν λείπουν και εκείνοι οι οποίοι, στο όνομα της κρίσης, προβαίνουν σε «εκπτώσεις» στην ποιότητα.

Ωστόσο, μια επίσκεψη στα βιβλιοπωλεία του Λονδίνου ή του Αμστερνταμ αρκεί για να συνειδητοποιήσει κανείς ότι, κατά κανόνα, τα βιβλία είναι εκτυπωμένα σε χαμηλής ποιότητας χαρτί, εξαιρουμένων των ειδικών εκδόσεων φυσικά. Στα καθ’ ημάς, η εμφάνιση ενός βιβλίου πάντοτε έπαιζε βασικό ρόλο, ήταν και είναι η βιτρίνα. Και δικαίως. Ασφαλώς, αντικατοπτριζόταν η υψηλή ποιότητα και στην τιμή του βιβλίου, αλλά προ κρίσης αυτό δεν ήταν πρόβλημα.

Καλομαθημένοι όντες στα βιβλία-κοσμήματα, όταν φτάνει στα χέρια μας ένα «ελαφρύ» βιβλίο, δυσανασχετούμε. Σχεδόν διάφανο χαρτί, κακής ποιότητας εξώφυλλο, δέσιμο που δεν κρατάει γερά το βιβλίο. Το βιβλίο μοιάζει ψεύτικο. Δεν έχει πλέον τη μυρουδιά για την οποία λέγαμε και γράφαμε τόσα. Οι σελίδες δεν ακολουθούν το «βάρος» του κειμένου. Κι όμως, δεν έχει καμία σημασία αυτό. Οσο κι αν γκρινιάζουμε για την εξωτερική ποιότητα του βιβλίου, τα κείμενα παραμένουν κείμενα· είτε είναι ωραία η βιτρίνα τους είτε όχι, τα κείμενα έχουν τον δικό τους δρόμο· είτε σε καλή είτε σε κακή έκδοση, οι λέξεις θα μας αγαπούν και θα τις αγαπάμε εις το διηνεκές.

«Δουλειά μου είναι οι λέξεις», έλεγε σ’ ένα ποίημά της η Αν Σέξτον. Δουλειά μας είναι οι λέξεις, λοιπόν, όλων ημών που τις ακολουθούμε. Ισως, εξάλλου, να ελαφραίνει όλο και περισσότερο το βιβλίο προκειμένου να εξαϋλωθεί στο τέλος, ώστε να περάσουμε, ήσυχα και αναίμακτα, στο ηλεκτρονικό βιβλίο. Και τότε, και πάλι, δουλειά μας θα είναι οι λέξεις.