ΒΙΒΛΙΟ

Ψηφιδωτό μιας ταραγμένης εποχής

galini1
maglinis1

Ηδη από το εξώφυλλο ο αναγνώστης ετοιμάζεται για την απογείωση: ένας έλικας ακινητοποιημένος με φόντο έναν ουρανό με πυκνή νέφωση που προϊδεάζει για ένα ταξίδι στα νέφη της Ιστορίας από έναν ήρωα που ήθελε διακαώς να ζήσει το όνειρο του πιλότου, επιβεβαιώνοντας το παλιό σλόγκαν της Πολεμικής Αεροπορίας «Οι ουρανοί είναι δικοί σας».

Ταυτόχρονα, όμως, είναι η ίδια εικόνα του εξωφύλλου που προετοιμάζει τον αναγνώστη για την πιθανή ανώμαλη προσγείωση στη γήινη πραγματικότητα: όταν το όραμα διαλύεται σαν νέφος κι η ζωή εκτυλίσσεται σαν μυθιστόρημα, όπου τα ανθρώπινα πάθη και λάθη δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στις φιλοδοξίες και τα όνειρα μιας χαμένης γενιάς στη δίνη δύο πολέμων, ενός εμφυλίου και ενός «βρώμικου».
Εδεσσα, Αμερική, Κορέα

Στην «Πρωινή γαλήνη» (μία λέξη-κλειδί στο μυθιστόρημα, που εγγράφεται ως συνδετικός κρίκος μιας ατομικής, έστω πρόσκαιρης, ολοκλήρωσης και μιας πολεμικής κοσμογραφίας με φόντο τον Πόλεμο της Κορέας) ο συγγραφέας καταφέρνει να μας κάνει κοινωνούς μιας ταραγμένης οικογενειακής ζωής, που ξεκινά από την Εδεσσα των ροδακίνων και του Εμφυλίου, μεταφέρεται μέσω του πρωταγωνιστή, φιλόδοξου Ικάρου, αρχικά στο Τατόι και την Αθήνα του «Σινεάκ» και του Μανώλη Χιώτη, και λίγο μετά στην Αμερική του ’50.

Από εκεί θα «μεταταχθεί» με κομμένα τα φτερά στους «στρατέους», για να γνωρίσει τη φρίκη του πολέμου, αν και άκαπνος στα πάτρια χώματα, στον Πόλεμο της Κορέας, με το περίφημο ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, που οι μετεμφυλιακές ιδεοληψίες το καταδίκασαν στη λήθη και την ανυποληψία, σαν αυτά τα παιδιά να μην ήταν «Ελληνάκια». Ο Μαγκλίνης, ως παντεπόπτης συγγραφέας, χειρίζεται με δεξιοτεχνία το «πιλοτήριο της αφήγησης» και ακολουθεί ένα πολύπλοκο «σχέδιο πτήσης», ταξινομώντας με μαεστρία το μυθοπλαστικό και (πλούσιο) ιστορικό υλικό. Στήνει με πειστικότητα πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές, μαζί και τον κόσμο της ταλαιπωρημένης από τα εμφύλια πάθη υπαίθρου, αλλά και της Αθήνας της δεκαετίας του ’50, κυρίως συμπαρασύρει τον αναγνώστη στο οδοιπορικό του ήρωα στη μητρόπολη, με vintage χρώματα, αλλά και ήχους τζουκ-μποξ (χαρακτηριστικό είναι το «τράβελινγκ» στους δρόμους του Μανχάταν), τη (μα)θητεία του, αρχικά στη Σχολή Ικάρων (με τα καψόνια μεταξύ των «σειρών») και μετέπειτα στην Αεροπορική Βάση του Σαν Αντόνιο (Τέξας), και μάχεται (μαζί με τον ήρωά του) στη Χώρα της Πρωινής Γαλήνης, έναν Ελληνα Platoon leader, που στα συντρίμμια του ονείρου του βιώνει τις φρικαλεότητες της μάχης σώμα με σώμα.

Το μυθιστόρημα, με τα νέφη ως κυρίαρχη μεταφορά, διαβάζεται σαν ψηφιδωτό μιας ταραγμένης εποχής και ως Entwicklungsroman (μυθιστόρημα διάπλασης χαρακτήρων) που μεταφέρει τις καλύτερες παραδόσεις των εγχώριων ρεαλιστικών συγγραφέων της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Λογοτεχνική επιτομή

Η «Πρωινή γαλήνη» είναι ένας φόρος τιμής, και μία σύγχρονη λογοτεχνική επιτομή, για το «αίμα χαμένο και κερδισμένο» μιας αδικημένης γενιάς, ένας ύμνος στη Μετεωρολογία και κυρίως στις ανδρικές, «ένστολες» πρωτίστως, φιλίες, με τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις τους, στα διασταυρούμενα, φίλια και εχθρικά πυρά των πολεμικών πεδίων, που αφήνουν πίσω τους πτώματα τυμπανιαία, αλλά και ανεπούλωτες πληγές στις ψυχές των πολεμιστών, στις οικογένειες και τις γυναίκες που τους περιμένουν σπίτι.

Παράλληλα, η αφήγηση διεισδύει στα δύο βασικά μέτωπα, εκείνο των πολεμικών επιχειρήσεων και εκείνο των ερωτικών παθών και σκηνών, σε αμφότερα η «μύηση» (το βάπτισμα του πυρός, η πρώτη επαφή) λειτουργεί λυτρωτικά επώδυνα και ταυτόχρονα δυναστικά, όπως συμβαίνει σε κάθε μάχη επιβίωσης, με την (ανεκπλήρωτη) προσδοκία της γαλήνης.

Ενα προσωπικό σχόλιο του συγγραφέα για τη μεταπολεμική και σύγχρονη Ελλάδα (κυρίως στο επιλογικό Cloudspotting) και ταυτόχρονα η επιβεβαίωση του αφορισμού του Γκότφριντ Μπεν «ο στρατός είναι η αριστοκρατική μορφή της εξορίας».