ΒΙΒΛΙΟ

Ο «Λιγνός» των γηπέδων μιας ασπρόμαυρης εποχής

o-lignos-ton-gipedon-mias-aspromayris-epochis-2136754

ΔΗΜΗΤΡΗΣ (ΛΩΡΗΣ) ΘΕΟΦΑΝΗΣ
Γήπεδο Αλεξάνδρας
& «πράσινης τσόχας»
εκδ. Gutenberg

Ο Αριστείδης Καμάρας θυμάται στο φιλικό παιχνίδι του Παναθηναϊκού με την περίφημη Σάντος του Πελέ (2-3) έναν «λεπτεπίλεπτο και εύθραυστο δεξιό ακραίο να πετυχαίνει ένα εκπληκτικό τέρμα με αριστουργηματικό ελλειπτικό κτύπημα από διαγώνια θέση», ενώ ο γνωστός «ψηλός» των γηπέδων, Αντώνης Αντωνιάδης, ξεχωρίζει τη ρομαντική διάθεση και τον δημιουργικό αυτοσαρκασμό ενός ανθρώπου που έχει τη ματιά ενός παιδιού. Η περίπτωση του Δημήτρη (Λώρη) Θεοφάνη, ως βιογραφία και αυτοβιογραφία, ξεχωρίζει από τα βιβλία και τα λευκώματα που κυκλοφόρησαν στην ούτως ή άλλως ισχνή βιβλιογραφία γύρω από την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Κι αν τίτλος και εξώφυλλο προκαλούν κάποια αρχική αμηχανία στον αναγνώστη, ο Θεοφάνης από την πρώτη σελίδα τον κερδίζει με όσα αφηγείται από τη ζωή του και την ποδοσφαιρική του καριέρα με το «τριφύλλι».

Το παρατσούκλι του (Λώρης) το οφείλει στον τότε συμπαίκτη του Λάκη Πετρόπουλο, που το εμπνεύστηκε από τον «Λιγνό» Σταν Λόρελ, για το σουλούπι του Θεοφάνη. Η ζωή του, όπως και των συνομηλίκων του, οργανικά συνδεδεμένη με τη μεσοπολεμική και μεταπολεμική Ελλάδα είναι η μαρτυρία μιας «ασπρόμαυρης» εποχής και νιότης, με επίκεντρο το γήπεδο: η κήρυξη του πολέμου, η αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά 1944 και το Σκοπευτήριο Καισαριανής (λίγο πιο πάνω ήταν το γήπεδο με κοκκινόχωμα της Νέας Ελβετίας, εκεί όπου ο Λώρης βλέπει κάθε Κυριακή μπάλα και εκεί που θα πρωτοπαίξει ποδόσφαιρο), αδέσποτες σφαίρες του Εμφυλίου και όνειρα του Λώρη «να γίνει σαν τον Σίντελαρ», τον θρύλο της αυστριακής Wunderteam, εφηβικά αναγνώσματα (Μάσκα, Ζορρό, Ταρζάν), θανατηφόρα βλήματα όλμων, που κοστίζουν ζωές φίλων, αλλά και «μπουρδελότσαρκες» με συμπαίκτες από τα τσικό και τις αλάνες της Ν. Ελβετίας, μέχρι να φορέσει τη φανέλα του Παναθηναϊκού και της Εθνικής. Ο Θεοφάνης, το παιδί από τον προσφυγικό συνοικισμό Βύρωνα, είναι ένας ανεπανάληπτος «βιοτέχνης ψεμάτων», όπως του αρέσει να αυτοσαρκάζεται: σαν τον Βαρώνο Μινχάουζεν, που ταξιδεύει πάνω σε μια μπάλα κανονιού, έτσι και ο «Λώρης» ταξιδεύει με τη «στρογγυλή θεά», παίκτης και μετέπειτα προπονητής, πάνω από τα γήπεδα και τις πόλεις του κόσμου. Μαζί του ξεφυλλίζουμε σελίδες σαν φάσεις από αγώνες της ζωής του, μέσα κι έξω από τους αγωνιστικούς χώρους, στο γκαζόν και ενίοτε στην τσόχα, με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τους «άσους των γηπέδων», όπως στην ταινία του Β. Γεωργιάδη, όταν οι παίκτες των συλλόγων του ΠΟΚ ήταν όλοι μια παρέα από μπαλαδόρους και «άτακτα παιδιά», που στα δύσκολα χρόνια ζούσαν το όνειρό τους για ενενήντα λεπτά, ταυτόχρονα μπορούσαν, χάρις στις ποδοσφαιρικές αποστολές των συλλόγων και της Εθνικής, να γνωρίσουν τον κόσμο. Το βιβλίο αποπνέει νοσταλγία, αλλά και χαρμολύπη, αγωνιστικό ήθος και πνευματική καλλιέργεια, λαϊκότητα και κοσμοπολιτισμό, αλλά και αθυροστομία, από έναν εξαίρετο ποδοσφαιριστή και μπον-βιβέρ.

Η ιστορία του Δημήτρη Θεοφάνη είναι συνυφασμένη με τη «Λεωφόρο», ταυτόχρονα όμως διαβάζεται σαν χρονικό και μαρτυρία από μια ασπρόμαυρη, αλλά αυθεντική Ελλάδα.