ΒΙΒΛΙΟ

Μεταξύ μποεμίας, ανίας και χλιδής

metaxy-mpoemias-anias-kai-chlidis-2143706

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΗΣ
Το τέλος του δρόμου
εισαγωγή: Ανδρέας Αποστολίδης
εκδ. Αγρα

Αν στο «Τραίνο των 9.45…» (Αγρα, 2015) ο Μαρής εξαντλεί επιδέξια, αλλά βασανιστικά, τα όρια της αδημονίας, αλλά και της υπομονής του αναγνωστικού κοινού, μεταφέροντας σκηνικό και ήρωες στον 19ο αιώνα (κάτι που θα το καταφέρει αριστοτεχνικά στο «Μυστικό του Ασπρου Βράχου»), στο «Τέλος του δρόμου», ο συγγραφέας θα επιστρέψει στη γνώριμη αθηναϊκή ατμόσφαιρα και χρονοτοπία, σ’ ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που περισσότερο συγγενεύει με το έργο της (επίσης παραγνωρισμένης και παρεξηγημένης) Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου παρά με εκείνο που δημιούργησε ο «πατέρας του αστυνόμου Μπέκα» στη συνέχεια.

Ηδη στον υπότιτλο του μυθιστορήματος («Πρωτότυπο σύγχρονο αθηναϊκό μυθιστόρημα – Τα ανήσυχα νιάτα στον πυρετό της σημερινής ζωής») αποκαλύπτονται οι προθέσεις του Γιάννη Μαρή. Σκοπός του είναι να προβάλει, αδρά και πειστικά, μια λαμπερή αθηναϊκή κοινωνία στα τέλη της δεκαετίας του ’50, που κινείται μεταξύ μποεμίας, ανίας και χλιδής, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια της ήπιας τουριστικής ανάπτυξης και του «νες καφέ», αλλά και της εισβολής των νέων ηθών από την Εσπερία. Παράλληλα, ο συγγραφέας «κλείνει το μάτι» στην καλλιτεχνική και κοσμική ζωή της πρωτεύουσας, με νύξεις και έμμεσες αναφορές σε προσωπικότητες της εποχής (ηθοποιούς, ποιητές, ζωγράφους), ενταγμένους στο «φυσικό τους περιβάλλον», τις γκαλερί, τα κοσμικά κέντρα και τα στέκια της Αθηναίων («Ζυγός», «Αστέρια», «Καλάμια», «Ζωναράς», «Μπραζίλ», «Τοπ-Χατ Κλαμπ»), σε ό,τι ο Δημήτρης Ρηγόπουλος περιέγραψε εύστοχα στο κείμενό του «Η Αθήνα του Γιάννη Μαρή είναι η Αθήνα που κουβαλάμε μέσα μας» («Καθημερινή», 3/7) και προσέγγισε εξαιρετικά ο Νίκος Βατόπουλος στην «Αθήνα του Γιάννη Μαρή».

Στο «Τέλος του δρόμου» συναντάμε χαρακτηριστικές φιγούρες της αθηναϊκής κοινωνίας που κινούνται μεταξύ Εκάλης, Κολωνακίου και Μυκόνου, θαρρείς βγαλμένες από τις κοσμικές στήλες των εφημερίδων της εποχής ή από φωτορομάντσο οικογενειακού περιοδικού. Είναι η μποεμία μιας Ελλάδας, στα χρόνια της καραμανλικής ανοικοδόμησης, που κοιτάζει με αυτοπεποίθηση την «επόμενη μέρα» και προετοιμάζει τα ελληνικά swinging sixties, σε ένα «ύφος κοσμικό, ανάλαφρο και επικούρειο». Ανάμεσα σε εκκεντρικά πάρτι («Ελεγαν πως ορισμένες κυρίες θα εμφανίζονταν τελείως γυμνές…»), συναθροίσεις μοντέρνων ποιητών, βερνισάζ, κοσμικότητες και αθηναϊκές βόλτες τη νυχτερινή ώρα, οι μυθιστορηματικοί ήρωες του Μαρή κινούνται νωχελικά, συχνά ματαιόδοξα, μεταξύ σνομπισμού και κυνισμού, στήνοντας ερωτικές ίντριγκες ή αναπολώντας, κάποιοι, το προπολεμικό Παρίσι. Ο πρωταγωνιστής, ένας πενηντάρης bon viveur «με την επιδεξιότητα των ανθρώπων που ζουν πάρα πολλά χρόνια μόνοι τους», γιατρός που δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα, θα βρεθεί να πολιορκείται από διάφορες καλλονές («πολυτελείς γυναίκες», κατά Μαρή), όμως η μυστηριώδης, μελαγχολική και ανικανοποίητη Μαρίνα, που θα μπει απρόοπτα στη ζωή του (το εύρημα του παρ’ ολίγον τροχαίου θα αναπτυχθεί στο «Επικίνδυνο καλοκαίρι»), είναι εκείνη που θα του κλέψει τον νου και την καρδιά, σαν «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου», αλλά και ως πορτρέτο, που θυμίζει Μοντιλιάνι.

Ο αναγνώστης της εποχής ζει με την ψευδαίσθηση πως είναι μέρος των ψευδαισθήσεων και των (ερωτικών) περιπετειών των πρωταγωνιστών, ένα δομικό στοιχείο των λαϊκών αναγνωσμάτων, των επικών ή ερωτικών φιλμ, αλλά και των καθημερινών ραδιοφωνικών ακροαμάτων (η ψευδαίσθηση της ταύτισης), εξ ου και η συχνή, συστηματική στο έργο του, αναφορά: «Κάτι τέτοια είναι όμορφα στον κινηματογράφο ή στα μυθιστορήματα, αλλά όχι στη ζωή».

Αντίθετα, ο σημερινός αναγνώστης είναι σε θέση πλέον, 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Μαρή, όσο συμπληρώνεται το συγγραφικό, εργοβιογραφικό και εκδοτικό παζλ, να συνεκτιμήσει στην πλοκή, τα θέματα και τους χαρακτήρες, κυρίως όμως στις λεπτομέρειες (πρωτίστως γύρω από τον κόσμο της γυναίκας ως «αιώνιου θηλυκού», παρά και πέρα από τα ανδρικά στερεότυπα), τις αρετές ενός πολυμήχανου αφηγητή, ελληνοκεντρικού και ταυτόχρονα κοσμοπολίτη, με έντονες γαλλικές αναφορές, τη φορά αυτή σ’ ένα έργο χωρίς φόνους, σασπένς και ένοχα μυστικά, άρα και χωρίς τη συνδρομή του αστυνόμου Μπέκα και της παρέας του.