ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Στην αδάμαστη υδάτινη έρημο

stin-adamasti-ydatini-erimo-2115930

Η θάλασσα, ανεξερεύνητη και προκλητική σαν το Διάστημα, εξέθρεψε τη φαντασία του ανθρώπου από την εποχή του Ομήρου. Το μεγαλείο της, η δύναμη και ο θυμός της την έκαναν μήτρα μύθων και μεγάλων αφηγήσεων. Η Μεσόγειος έδωσε στον Ομηρο το στοιχείο της περιπέτειας. Για άλλους λαούς, που κοιτούν μπροστά τους τον απέραντο ωκεανό και έρχονται αντιμέτωποι μαζί του, το υδάτινο στοιχείο ήταν το στοίχημα, η διέξοδος, ο ορίζοντας, αλλά και αυτό που τους πνίγει. Ηξεραν ότι δεν θα τιθασεύσουν ποτέ τον ωκεανό. Δύο σπουδαία έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας, ο «Γέρος και η θάλασσα» του Ερνεστ Χέμινγουεϊ και το «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ προσεγγίζουν θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσω της αναμέτρησης με τον ωκεανό.

Το μεγαλείο του «Μόμπι Ντικ», κορυφαίου αμερικανικού έπους, δύσκολα μπορούμε να το κατανοήσουμε πλήρως μέσα από το φίλτρο της δικής μας μεσογειακής κουλτούρας – εμάς η θάλασσα δεν μας προκάλεσε ποτέ υπαρξιακό τρόμο. Η γέννηση αυτού του λογοτεχνικού έπους έγινε ταινία. Στο φιλμ «Στην καρδιά της θάλασσας» ο βραβευμένος με Οσκαρ σκηνοθέτης Ρον Χάουαρντ μεταφέρει στην οθόνη το ομότιτλο βιβλίο του Ναθάνιελ Φίλμπρικ γύρω από την αληθινή τραγωδία του πληρώματος του φαλαινοθηρικού «Εσεξ», που ενέπνευσε τον Μέλβιλ να γράψει το αριστούργημά του.

Ο Μόμπι Ντικ

Η θαλασσινή περιπέτεια του Χάουαρντ, υποδειγματικά σκηνοθετημένη, ανασύρει στον αφρό του Χόλιγουντ το ναυάγιο του «Εσεξ», το διασημότερο πριν από την πρόσκρουση του «Τιτανικού» στο παγόβουνο κατά το παρθενικό του ταξίδι. Το «Εσεξ», που ήταν δοκιμασμένο σκαρί, διεμβολίστηκε από μια γιγάντια φάλαινα στην υπεράκτια περιοχή του Ειρηνικού στον ισημερινό.

Η ιστορία του «Εσεξ» είναι η ιστορία δύο αντρών, του νεοφώτιστου πλοιάρχου Τζορτζ Πόλαρντ και του έμπειρου υποπλοιάρχου Οουεν Τσέις (που ποτέ δεν έγινε καπετάνιος φαλαινοθηρικού εξαιτίας της «στεριανής» καταγωγής του). Το «Εσεξ» έφτασε σε άγνωστα νερά, σε θάλασσες του Ειρηνικού που φαντάζουν σαν υδάτινη έρημος, αναζητώντας ένα κοπάδι φαλαινών με αρχηγό ένα τεράστιο λευκό κήτος. Η διήγηση ενός ακρωτηριασμένου Ισπανού ναυτικού, που ο Τσέις και ο Πόλαρντ συνάντησαν στα νησιά Γκαλαπάγκος, είχε φουντώσει τη φαντασία τους. Η συνάντησή τους με το κήτος, που χρόνια μετά ο Μέλβιλ θα το βαπτίσει Μόμπι Ντικ, ήταν μοιραία. Η φάλαινα τσάκισε με εκδικητική μανία το πλοίο. Στην αρχή της ταινίας, ένας από τους επιζήσαντες, ο Τόμας Νίκερσον, γέρος πια, αφηγείται το χρονικό της επίθεσης στον νεαρό Μέλβιλ.

Ο Χάουαρντ, εκφραστής σημερινών ανησυχιών, φαντάζει σαν να θέλει να δώσει τέλος σε μια βεντέτα που κρατάει πάνω από ενάμιση αιώνα: επιζητεί τη συμφιλίωση του ανθρώπου με το οργισμένο κήτος, τη φύση. Εξήντα χρόνια πριν απ’ αυτόν, ο Τζον Χιούστον, στο κλασικό «Μόμπι Ντικ», επιχείρησε με μηδαμινά τεχνικά μέσα να περιγράψει κινηματογραφικά την εσωτερική και εξωτερική περιπέτεια του ανθρώπου. Ο δικός του πλοίαρχος Αχαμπ (εξαίρετος ο Γκρέγκορι Πεκ), που βηματίζει με το ξυλοπόδαρό του στο κατάστρωμα του «Πίκουοντ» όταν έχει πανσέληνο, είναι ένας σαλός ναυτικός. Ισως ένας νιτσεϊκός υπάνθρωπος που ζει μονάχα για ένα σκοπό: να αναμετρηθεί με τον Μόμπι Ντικ, τη δύναμη που τον ξεπερνά και τον έχει κάνει να ξεχάσει τον φόβο του θανάτου.

Ο Ειρηνικός το 1821

«Σαν γιγάντιο αρπακτικό πουλί, το φαλαινοθηρικό αρμένιζε τεμπέλικα προς τις δυτικές ακτές της Νότιας Αμερικής, κάνοντας ελιγμούς πάνω σε μια ζωντανή θάλασσα λαδιού. Γιατί αυτό ήταν ο Ειρηνικός το 1821: μια αχανής έκταση με “ζωντανές δεξαμενές” λαδιού – τους φυσητήρες», αντιγράφω από τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Φίλμπρικ. Οι εκστρατείες των φαλαινοθήρων στον ωκεανό δεν έμοιαζαν με τα καραβάνια των τρελών ή άπληστων χρυσοθήρων στο παγωμένο Κλοντάικ, που τόσο παραστατικά περιέγραψε ο Τζακ Λόντον, ήταν μια καλά οργανωμένη επιχείρηση από την οποία εξαρτιόταν η ενεργειακή επάρκεια εκείνα τα χρόνια: η φάλαινα γινόταν λάδι, που «θα φώτιζε τους δρόμους και θα λίπαινε τις μηχανές της βιομηχανικής εποχής». Οι σκληροί άνδρες των πληρωμάτων δεν ήταν μόνον άξιοι ναυτικοί, εξερευνητές σε αχαρτογράφητα νερά, αλλά και «βιομηχανικοί» εργάτες. Η μετατροπή του άψυχου κήτους σε καύσιμο ήταν μια δύσκολη διαδικασία που απαιτούσε καταμερισμό εργασίας.

Το νησάκι Ναντάκετ στα ανοιχτά της Βοστώνης, στο οποίο κατοικούσαν κυρίως Κουάκεροι, ήταν το παγκόσμιο κέντρο της φαλαινοθηρίας στις αρχές του 19ου αιώνα. Η συνεχής άνοδος της τιμής του φαλαινέλαιου είχε απογειώσει την οικονομία του νησιού. «Με την ακατάσχετη απληστία του, την τεχνολογική του πρόοδο και μια θρησκευτική συναίσθηση του πεπρωμένου του, το Ναντάκετ αντιπροσώπευε το 1821 αυτό που θα γινόταν κάποτε η Αμερική. Κανείς δεν φανταζόταν τότε ότι, σε λιγότερο από μια γενιά, το νησί θα βούλιαζε – θα τσακιζόταν, όπως το “Εσεξ”, από την πολύ στενή σχέση του με τη φάλαινα», γράφει ο Φίλμπρικ κλείνοντας τον πρόλογό του.

​​Το «Στην καρδιά της θάλασσας» θα κάνει πρεμιέρα στις 31/12. Το βιβλίο του Ναθάνιελ Φίλμπρικ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα σε μετάφραση Κέλλυς Χονδροδήμα. Ο «Μόμπι Ντικ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, στη μνημειώδη μετάφραση του Θανάση Χριστοδούλου.

Πηγή απόλαυσης και έμπνευσης μαζί
Ηλίας Μαγκλίνης

Eνας όρος που επανέρχεται κάθε τόσο στα αμερικανικά γράμματα είναι το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα (Great American Novel). Υπάρχουν όχι ένα αλλά πολλά μεγάλα αμερικανικά μυθιστορήματα, και όμως, αυτός ο τόσο γενικός τίτλος –και διαχρονική αμερικανική εμμονή– μοιάζει να ανήκει σε ένα έργο του 19ου αιώνα, το «Μόμπι Ντικ» (1851) του Χέρμαν Μέλβιλ (1819-1891).

Μυθιστόρημα υβριδικό, επικό μα και λυρικό, θαλασσινή περιπέτεια χειμαρρώδους πρόζας και σπάνιας ποιητικής, σαιξπηρικής, διάστασης, δοκιμιακού λόγου και φιλοσοφικών προεκτάσεων, νατουραλιστικό όσο και μεταφυσικό, εξοντωτικά ρεαλιστικό μα και γεμάτο μεταφορές (η λεβιαθανική λευκή φάλαινα και το σκαρί του σκοτεινού ημίθεου Αχαμπ, που με την πανσπερμία των φυλών του πληρώματος μοιάζει με σύμβολο της ίδιας της Αμερικής), ο «Μόμπι Ντικ» είναι πια έργο μυθικό. Ο μύθος του όμως αποτελεί ανακάλυψη του εικοστού αιώνα. Αποτελεί ειρωνεία, αλλά εάν όντως είναι το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα, στον καιρό του Μέλβιλ πέρασε στην αφάνεια και ο συγγραφέας του πέθανε ξεχασμένος. Χρειάστηκε να έρθει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η έκρηξη του μοντερνισμού για να επανεκτιμηθεί, να αποδειχθεί αγέραστος, πηγή αναγνωστικής απόλαυσης σε παγκόσμιο επίπεδο, μα και διαχρονική πηγή έμπνευσης για δημιουργούς απ’ όλο το φάσμα της καλλιτεχνικής έκφρασης.