ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Ανακάλυψε στη φαντασία μια ολοζώντανη πραγματικότητα

nikos-panagiotopoylos-anakalypse-sti-fantasia-mia-olozontani-pragmatikotita-2117915

«Ο ρεαλισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα ρηχά μυαλά αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα», είχε ισχυριστεί κάποτε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. Ο δικός του τρόπος έδωσε στην εικόνα της πραγματικότητας παράξενη υφή, άλλοτε σουρεαλιστική κι άλλοτε ονειρική, και τον καταξίωσε ως έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Γύρισε 17 ταινίες, κάποιες από τις οποίες έγιναν σημείο αναφοράς για τη γενιά του (αυτή του Αγγελόπουλου και του Βούλγαρη), αλλά και για νεότερους που άρχισαν να μπουσουλούν κινηματογραφικά μετά το 1974, ανακαλύπτοντας στη φαντασία μια ολοζώντανη πραγματικότητα. Ο Παναγιωτόπουλος ήταν ο πιο απρόβλεπτος, ο πιο γκονταρικός Ελληνας auteur. Ο Παναγιωτόπουλος ήταν… Από προχθές, που τον πρόδωσε τελεσίδικα η καρδιά του, τα ρήματα που τον αφορούν πια θα μπαίνουν μόνον σε παρελθοντικό χρόνο.

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήθελα να γίνω σκηνοθέτης. Δεν ξέρω για ποιο λόγο. Νομίζω μάλιστα ότι με επηρέασε πάρα πολύ ο Κουν με κάποιες παραστάσεις του που είχα δει μαθητής. Αυτή η μαγεία του Θεάτρου Τέχνης σίγουρα πρέπει να ’παιξε κάποιο ρόλο. Κάποιο ρόλο επίσης έπαιξε κι ο Κούνδουρος. Είχε ένα τζιπ, ήταν κι ωραίος, και τον έβλεπα να περιφέρεται με το ανοιχτό τζιπ στην Αθήνα. Αυτή η εικόνα ήταν ένα ερέθισμα για μένα», είχε εξομολογηθεί κάποτε στο περιοδικό «Τέταρτο» ο Νίκος  Παναγιωτόπουλος.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50, παράλληλα με τις σπουδές του στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο, ξεκίνησε σκηνοθεσία στη Σχολή Ιωαννίδη. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 άρχισε να δουλεύει ως βοηθός σκηνοθέτη σε ταινίες και, αμέσως μετά το βάπτισμα του πυρός, πήγε στη Γαλλία. Εκεί έγινε φίλος με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Σταύρο Κωνστανταράκο, την Τόνια Μαρκετάκη και τον Λάμπρο Λιαρόπουλο – τον «απελπισμένο καλλιτέχνη» της παρέας του Παρισιού, που έφυγε νωρίς από τη ζωή, στον οποίο αφιέρωσε το «Βαριετέ» του το 1985.

Ο Παναγιωτόπουλος τυπικά ανήκει στη γενιά της μεταπολίτευσης. Το 1974 πρωτοεμφανίστηκε με την πιο σουρεαλιστική ταινία της περιόδου, τα «Χρώματα της Ιριδας», και έκτοτε άρχισε να συνθέτει τον δικό του κόσμο. Αυθαίρετα, σαρκαστικά και αποδομητικά, παράδοξα και ενίοτε αντιφατικά, λες και ήθελε να σβήσει από τον κινηματογραφικό χάρτη το σύνορο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Ούτως ή άλλως, οι ταινίες του δεν θα μπορούσαν να αρέσουν σε όλους. Το σινεμά για αυτόν ήταν μια πράξη τόλμης. Ενα ρίσκο του καλλιτέχνη, που θα έπρεπε να έχει ήδη συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και να μην τρομάζει από την έκθεσή του στην κρίση τρίτων. Ο Παναγιωτόπουλος δήλωνε «ερασιτέχνης σκηνοθέτης». Του άρεσε να συστήνεται και έτσι, αν και ήταν ο καλύτερος ίσως φιλμ-μέικερ της γενιάς του. «Μέσα στη λέξη “ερασιτέχνης” υπάρχουν οι λέξεις “εραστής” και “τέχνη”. Στη λέξη “επαγγελματίας” δεν υπάρχει τίποτα».

Η πορεία του από τα «Χρώματα της Ιριδας» μέχρι την πρόσφατη «Κόρη του Ρέμπραντ» είχε επιτυχίες και αποτυχίες. Ετσι συμβαίνει σε όλους στη ζωή. Είχε πολλές ταινίες και ένα βιβλίο, το επίσης πρόσφατο «Τίποτα», όπου προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τον εβδομηντάρη και κάτι εαυτό του. «Δεν έχεις άλλη λύση εδώ που τα λέμε, αν δεν θέλεις να γίνεις γελοίος», θα πει στην «Κ».

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έφυγε από τη ζωή στα 74 χρόνια του. Πορεύτηκε δίπλα στη σύζυγό του και στενή συνεργάτιδά του, την ενδυματολόγο Μαριάννα Σπανουδάκη. Αυτή και η κόρη του, από τον πρώτο του γάμο, ήταν τα πιο σταθερά σημεία της ζωής του, καθώς ο υπόλοιπος κόσμος για αυτόν παρέμεινε μέχρι το τέλος ρευστός. Χειρίστηκε εικόνες και λέξεις σαν ταχυδακτυλουργός. Αγάπησε τις ηρωίδες του και ονειρεύτηκε τους φίλους. Παρατήρησε τη ζωή σαν έκθαμβος ταξιδευτής και αντιμετώπισε την ομορφιά σαν αίνιγμα.

Οι ταινίες του

    Τα χρώματα της Ίριδος (1974)
    Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας (1978)
    Μελόδραμα;(1981)
    Βαριετέ (1985)
    Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα (1988)
    Ονειρεύομαι τους φίλους μου (1993)
    Ο εργένης (1997)
    Αυτή η νύχτα μένει (1999)
    Beautiful people (2001)
    Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου (2002)
    Delivery (2004)
    Πεθαίνοντας στην Αθήνα (2006)
    Αθήνα- Κωνσταντινούπολη (2008)
    Τα οπωροφόρα της Αθήνας (2010)
    Δεσμά αίματος (2012)
    Λιμουζίνα (2014)
    Η κόρη του Ρέμπραντ (2015)

    Ως ηθοποιός συμμετείχε στην παραγωγή "Πέντε λεπτά ακόμα" του Γιάννη Ξανθόπουλου.