ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Νύχτες με Λουί Μαλ στην Αθήνα

lacombei1

Κατακαλόκαιρο ήρθε η ευχάριστη είδηση: ένα μεγάλο αφιέρωμα στον Λουί Μαλ θα δώσει ιδιαίτερο χρώμα στο φετινό 22ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του φεστιβάλ Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας». Οι οκτώ μεγάλου μήκους ταινίες του Γάλλου δημιουργού, που θα προβληθούν από τις 29/9 μέχρι τις 2/10, θα είναι μια ευκαιρία για τους νεότερους θεατές (που αποτελούν το βασικό κοινό του φεστιβάλ) να γνωρίσουν το έργο του και για τους παλαιότερους να το επανεκτιμήσουν. Το αφιέρωμα πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου.

Ο Μαλ υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές και χαμηλότονες φωνές του γαλλικού σινεμά από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 μέχρι το 1995, οπότε έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στα 65 του. Επηρεάστηκε από την ακρίβεια των κινήσεων της κωμωδίας του Ζακ Τατί, αλλά και από την πυκνότητα των εικόνων του Μπρεσόν· έζησε έντονα τη νουβέλ βαγκ, δεν ταυτίστηκε όμως απόλυτα μαζί της. Πολύπλευρα καλλιεργημένος, και χάρη της αστικής του κοινωνικής καταγωγής που του άνοιξε διάπλατα τον δρόμο στη μόρφωση, ήρθε σε επαφή με όλα σχεδόν τα κινηματογραφικά είδη, από το νουάρ μέχρι το ιστορικό δράμα.

Bαθιά ουμανιστής και ανήσυχος στο πνεύμα, χειρίστηκε με αξιοθαύμαστο τρόπο την κινηματογραφική γλώσσα ισορροπώντας σε αντιθέσεις. Ηταν τρυφερός και τραγικός, κλασικός και μοντέρνος. Ξεκίνησε την καριέρα του με ταινίες μικρού μήκους και το 1956 έγινε βοηθός του Ζακ Ιβ Κουστό στο ντοκιμαντέρ «Ο κόσμος της σιωπής», που βραβεύθηκε με Οσκαρ. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μετακόμισε στο Χόλιγουντ, ξαναγύρισε όμως στη Γαλλία.

Οι ταινίες:

• «Οι εραστές» (Les amants, 1958) Ερωτικό ποίημα προσανατολισμένο στον ψυχισμό των ηρώων του. Μια γυναίκα που νιώθει ασφυξία στον γάμο της ζει μια νύχτα παράφορου έρωτα με έναν νεαρό άντρα. Οι ερωτικές σκηνές, τολμηρές για την εποχή, προκάλεσαν σκάνδαλο. Παίζουν: Ζαν Μορό, Αλέν Κινί.

• «Η φλόγα που τρεμοσβήνει» (Le feu follet, 1963) Yπαρξιακό δράμα, ίσως η πιο πυκνή ταινία του, από το μυθιστόρημα του Ντριέ Λα Ροσέλ που πραγματεύεται την κρίση της γενιάς του – μιας γενιάς μεγαλοαστών. Ο κεντρικός ήρωας, ο αλκοολικός Αλέν Λερονά, βγαίνει από κλινική αποτοξίνωσης και αναζητεί λόγους για να κρατηθεί στη ζωή. Εξαιρετικός ο Μορίς Ρονέ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

• «Το φύσημα της καρδιάς» (Le souffle au coeur, 1970) Μια εικόνα της ζωής στη γαλλική επαρχία στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, με αφορμή τη σχέση μιας μητέρας με τον 14χρονο γιο της που περνάει δύσκολη εφηβεία.

• «Επώνυμο: Λακόμπ – Oνομα: Λισιέν» (Lacombe Lucien, 1973) Ο Μαλ υπήρξε ο πρώτος Γάλλος κινηματογραφιστής που πραγματεύθηκε την ταλαντευόμενη συλλογική συνείδηση των συμπατριωτών του στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο «Λακόμπ Λισιέν» έβαλε την Ιστορία στο πρίσμα της ψυχολογίας τραβώντας μια λεπτή, σχεδόν αόρατη, γραμμή ανάμεσα στον παρτιζάνο και στον δωσίλογο. Το καλοκαίρι του 1944 ο 16χρονος Λισιέν Λακόμπ, που ζει σε ένα χωριό της Γαλλίας και δεν έχει ξεκάθαρη συνείδηση για το τι ακριβώς συμβαίνει γύρω του, ζητάει να στρατολογηθεί στην Αντίσταση αναζητώντας έντονη δράση. Ο τοπικός στρατολόγος τον απορρίπτει γιατί δεν τον εμπιστεύεται, και ο Λισιέν πλησιάζει την Γκεστάπο. Η αίσθηση δύναμης που αποκτά γίνεται όπλο που το χρησιμοποιεί για να κερδίσει την κόρη ενός Εβραίου με την οποία είναι ερωτευμένος.

• «Αντίο, παιδιά» (Au revoir les enfants, 1987). Ο Μαλ ανασυνθέτει μνήμες από την παιδική του ηλικία για ένα συγκινητικό δράμα γύρω τη βίαιη ενηλικίωση ενός 12χρονου Γάλλου όταν η Γκεστάπο εισβάλλει, ειδοποιημένη από καταδότες, σε ένα αριστοκρατικό καθολικό οικοτροφείο και συλλαμβάνει έναν Εβραίο συμμαθητή και φίλο του.

• «Ατλάντικ Σίτι» (Atlantic City, 1980). Η δεύτερη και καλύτερη αμερικανική ταινία του. Ενας κουρασμένος μπουκμέικερ μπλέκει με τη μαφία για μια γυναίκα. Με τον Μπαρτ Λάνκαστερ και τη Σούζαν Σαράντον.

• «Το δείπνο μου με τον Αντρέ» (My Dinner with Andre, 1981). Η πιο ιδιαίτερη ταινία του: δυο παλιόφιλοι συζητούν επί δύο ώρες σε ένα τραπέζι. Με τον Αντρέ Γκρέγκορι και τον Ουάλας Σον.

Μάιλς Ντέιβις και Ζαν Μορό

Το ασπρόμαυρο «Ασανσέρ για δολοφόνους» (Ασανσέρ για τη λαιμητόμο, σύμφωνα με τον αυθεντικό γαλλικό τίτλο Ascenseur pour l’ escafaud) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Λουί Μαλ. Γυρίστηκε λίγο πριν από τους «Εραστές» και έγινε ένας από τους μεγάλους σταθμούς της πλουσιότατης καριέρας του. Ο Μαλ ακολουθεί τα βήματα της Ζαν Μορό και του Μορίς Ρονέ σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο απειλητικός, καθώς τα πάντα υποτάσσονται σε ένα παιχνίδι της μοίρας.

Ενας βετεράνος του πολέμου της Ινδοκίνας δολοφονεί το αφεντικό του, έναν μεγαλέμπορο όπλων που τυγχάνει να είναι και ο σύζυγος της ερωμένης του. Το σχέδιο των παράνομων εραστών, να φανεί o φόνος ως αυτοκτονία, κινδυνεύει από μια ασήμαντη λεπτομέρεια: o εραστής-δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος και εγκλωβίζεται από ατυχία στο ασανσέρ. Παράλληλα, ένα νεαρό επιπόλαιο ζευγάρι κλέβει το αυτοκίνητό του και μπλέκει έπειτα από ατυχείς συμπτώσεις σε ένα διπλό φόνο.

Το «Ασανσέρ για δολοφόνους» είναι ένα από τα εμβληματικότερα φιλμ νουάρ του γαλλικού κινηματογράφου εκείνης της εποχής. Μια σπουδή πάνω στη μοίρα και στις συμπτώσεις (που λειτουργούν καταλυτικά για τους δύο πρωταγωνιστές), αλλά με έμφαση στον ρεαλισμό. Η φωτογραφία του Ανρί Ντεκέ έχει συμβάλει καθοριστικά στην ατμόσφαιρα, ενώ το σάουντρακ του Μάιλς Ντέιβις (από τις καλύτερες τζαζ συνθέσεις για τη μεγάλη οθόνη) έγινε κάτι σαν σήμα κατατεθέν της ταινίας.