ΜΟΥΣΙΚΗ

Το ποτάμι που φούσκωσε…

gkat_15_2711_page_1_image_0003

«Δεν έχω σχέση με το Διαδίκτυο, δεν οδηγώ, δεν έχω κινητό, καπνίζω ακόμη: Νεάντερταλ…», είπε ο Διονύσης Σαββόπουλος και το κοινό του «Αλσους» ξέσπασε σε γέλια με την αυτοκριτική του, που συνεχίστηκε: «Ανήκω στις γενιές που δεν πήραν πτυχίο λόουερ».

Και όμως: αυτό δεν τον εμπόδισε να αποδώσει, στα πιο γήινα και ταυτόχρονα ποιητικά ελληνικά, ορισμένα από τα καλύτερα τραγούδια του Μπομπ Ντίλαν – και όχι τώρα που ο Ντίλαν παίρνει Νομπέλ, αλλά στη δεκαετία του ’60: όταν ήταν ένας ανυπότακτος νεαρός τραγουδοποιός, όπως και ο ίδιος, άλλωστε, στα καθ’ ημάς. Ετσι, λοιπόν, το «The wicked messenger» έγινε «Aγγελος εξάγγελος», το «All along the watchtower» το τραγουδήσαμε και σαν «Ο παλιάτσος και ο ληστής» και το «My back pages» σαν «Οι πίσω μου σελίδες».

Στο φετινό πρόγραμμα του «Αλσους», με τίτλο «Στο Woodstock εγώ ήμουν εδώ», με αφορμή, ακριβώς, τη φετινή επέτειο του ιστορικού φεστιβάλ, ακούμε αυτά τα τραγούδια για πρώτη φορά μαζί – και στις δύο εκδοχές τους. Αλλά και στις δύο ηλικίες τους: σ’ εκείνη του ’60 και στη σημερινή, της γενιάς της Αλεξάνδρας Σιετή και της 17χρονης Κλαυδίας Παπαδοπούλου, και του κιθαρίστα-τραγουδιστή Σάκη Ντόβολη, τριών νέων καλλιτεχνών που ερμηνεύουν μαζί με τον Σαββόπουλο και Χέντριξ, Χου, Τζόπλιν, Μπιτλς και Σαντάνα με τέτοιο πάθος, ένταση και ταλέντο, που νομίζεις ότι τους δασκάλεψαν οι ίδιοι, ποιος ξέρει πώς, σε έναν φανταστικό τόπο όπου οι δαίμονες του τραγουδιού, οι «μουσικάρες του ’60», όπως λέει ο οικοδεσπότης του «Αλσους», εξακολουθούν να εμπνέουν πέρα από εποχές και μόδες. Εχουν, άλλωστε, οι νέοι αυτοί καλλιτέχνες και λαμπρούς σολίστ να τους στηρίζουν – τον Σταύρο Λάντσια και τον Γιώτη Κιουρτσόγλου, που συναρπάζουν με ευρηματικούς, λυρικούς ή εκρηκτικούς συνδυασμούς μεταξύ των ελληνικών και των ξένων τραγουδιών.

Η Αθήνα του ’70

Ο Σαββόπουλος μάς ταξίδεψε στην Αθήνα του ’70, στο «Παλλάς» που προβλήθηκε η ταινία «Γούντστοκ». Οταν το πλήθος πλημμύρισε την αίθουσα, κατέλαβε ακόμη και το οδόστρωμα της Βουκουρεστίου και η κραυγή Freedom, από το τραγούδι του Ρίτσι Χέιβενς, απλώθηκε και βγήκε έξω, όπως το Αγιον Φως. Ο ίδιος έπαιζε στο «Ροντέο» στην πλατεία Βικτωρίας όταν τον επισκέφθηκαν ο σκηνοθέτης της ταινίας Μάικλ Γουόντλεϊ και ο Ντόνοβαν, από τις ισχυρές φυσιογνωμίες της δεκαετίας του ’60. Του πρότειναν να παίξει στο φεστιβάλ του Νιούπορτ. «Δεν είχα διαβατήριο λόγω χούντας». Μας μίλησε και για το κελί της απομόνωσης, όπου έγραφε τραγούδια. «Ολόκληρο long play φτιάξαμε η ασφάλεια κι εγώ», αυτοσαρκάστηκε.

Οι ιστορίες του εναλλάσσονται με εκείνες του Γούντστοκ και τα «θεϊκά τσογλάνια» που ανέβηκαν, τότε, στη σκηνή. Οταν ο Χέντριξ έριξε στη φωτιά την κιθάρα του, σαν σαμάνος.

Ιστορίες για το πώς π.χ. ένα τραγούδι για τον Τσε Γκεβάρα έγινε η «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» συμπληρώνουν τη βραδιά, που τελειώνει με την πεποίθηση του Σαββόπουλου ότι «κάτι ενώνει το Γούντστοκ με τα τωρινά, καινούργια κινήματα» και ότι «το ποτάμι που φούσκωσε τότε άφησε ένα σημάδι στον βράχο. Είναι το μέτρο της αλήθειας για την επόμενη φορά».