ΜΟΥΣΙΚΗ

Για τις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς

gia-tis-mpalantes-tis-odoy-athinas-561577018

Αθηναϊκό σήµερα το ένθετο και ο κύριος Γκρι μού υπενθυμίζει ένα, ας πούμε, αθηναιογραφικό σχόλιο γραμμένο μία δεκαετία πριν. Πήγαινε ως εξής: Η πρώτη μου ανάμνηση από την οδό Αθηνάς έρχεται από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70. Η αφίσα της Pan Sic, η κρεαταγορά, κάτι σαν στάχτη μέσα σε βρεγμένο σταχτοδοχείο.

Οταν αργότερα ανακάλυψα τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς» του Μάνου Χατζιδάκι, έργο του 1981-83, διάβασα στο σημείωμα του συνθέτη: «Ο δρόμος, η Αθηνάς, έχει πολλά οινομαγειρεία και πιο πολλά πορνεία, κινηματογράφους για κατ’ ιδίαν ερωτικήν απόλαυση, ξενοδοχεία σκοτεινά για άμεση ερωτική περίθαλψη –κάτι σαν Πρώτων Βοηθειών, να πούμε, ερωτικών– χιλιάδες καφενεία για ημερήσια χαύνωση, το Δημαρχείο κι ένα γραφείο αλλοτινών καιρών. Στον δρόμο αυτόν κυκλοφορούν εργατικοί, μικρέμποροι, αλήτες, πόρνες, τραβεστί, δημοσιογράφοι, επαρχιώτες μαστρωποί και χίλιοι δολοφόνοι. Αυτό περίπου είναι το σκηνικό». Ηθελε να πει, το σκηνικό για το έργο, τις «Μπαλάντες», οι οποίες βέβαια πάνε πέρα και πίσω από το σκηνικό. «Μια τελετουργική προσπάθεια να φανερωθούν οι σκοτεινές δυνάμεις που μας κυβερνούνε μέσα μας και μας ωθούν, μας οδηγούν αδίστακτα προς την πανάρχαια και τελειωτική μας διαδρομή».

«Κάτω απ’ την Ακρόπολη χτισμένοι/ είμασταν νεκροί φυλακισμένοι/ ένοχοι κριθήκαμε και ξένοι/ για την χώρα για την οικουμένη».

Από το 1981 στο 2021. Πόσα άλλαξαν. Οι άνθρωποι, κατ’ αρχάς: οι μαστροποί είναι μελαψοί ή έχουν σλαβική κατατομή, οι τραβεστί έδωσαν τη θέση τους στα πρεζόνια, οι επαρχιώτες έχουν βολευτεί στα προάστια, οι πόρνες έχουν σοκολατί δέρμα και βρίσκονται στην άλλη πλευρά της Ομόνοιας, οι δημοσιογράφοι καταψύχονται σε τηλεοπτικά στούντιο ή σε εφημερίδες μακριά απ’ το κέντρο. Μονάχα οι δολοφόνοι παραμένουν στις θέσεις τους, αθέατοι όμως.

Το τοπίο τώρα: τα οινομαγειρεία έγιναν σαντουιτσάδικα, τα πορνεία είδη κιγκαλερίας, τα καφενεία έγιναν καφέ, το γραφείο κηδειών έκλεισε, το δημαρχείο έμεινε και μαζί με αυτό τα ξενοδοχεία αμέσου ερωτικής ανάγκης. Οσο για τα ύποπτα σινεμά, ένα απέμεινε, όχι επί της Αθηνάς αλλά πίσω από το δημαρχείο.

Την ατμόσφαιρα καθορίζει η σκοτεινή μουσική του Χατζιδάκι και, βέβαια, και οι στίχοι του συνθέτη, των Αγαθής Δημητρούκα και Αρη Δαβαράκη: «Στην Ασωμάτων τρεις περαστικοί/ Μπρος απ’ το σπίτι μου περάσαν βιαστικοί/ Μοιάζαν ασήμαντοι διστακτικοί/ Μα είχαν μαχαίρι και με στρίμωξαν πιο κει». Ή: «Κάτω απ’ την Ακρόπολη χτισμένοι/ είμασταν νεκροί φυλακισμένοι/ ένοχοι κριθήκαμε και ξένοι/ για την χώρα για την οικουμένη». Εκείνο, δε, το «γίναμε εκφραστές μιας βίας στείρας» ζεματάει σήμερα. Και η κατάληξη; «Τώρ’ αλλάζουμε γινόμαστε άλλοι/ βάλαμε κεραία στο κεφάλι/ γίναμε αστυνόμοι μες στην ζάλη/ άλλο βία κι άλλο βιοπάλη».

Αλλο βία κι άλλο βιοπάλη: να κάτι που πασχίζουμε ακόμα να διαχωρίσουμε. Η οδός Αθηνάς και οι μπαλάντες της έχουν πάντα κάτι από αυτή τη σύγχυσή μας. Είναι μία ακόμα ψυχική εγγραφή του Αθηναίου ακόμα και μέσα στον 21ο αιώνα.