ΘΕΑΤΡΟ

«Μεγάλη Χίμαιρα», οι προσδοκίες δεν ευοδώθηκαν

megali-chimaira-oi-prosdokies-den-eyodothikan-2035265

Ηταν από τις πολυαναμενόμενες παραστάσεις του καλοκαιριού. Περιμέναμε -εξ ου και εξαντλήθηκαν πολύ γρήγορα τα εισιτήρια για τις τέσσερις παραστάσεις στο Φεστιβάλ Αθηνών- να δούμε στη σκηνή τη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση, στη διασκευή και την απόδοση που θέλησε να κάνει για το σημερινό θεατρικό κοινό ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου – εγγονός του συγγραφέα.
Τη Δευτέρα το βράδυ πολύ κόσμος βρισκόταν έξω από τον Χώρο Η της Πειραιώς 260. Κάποιοι από αυτούς ήταν φανερό ότι έφταναν για πρώτη φορά εκεί. «Δεν έχω ξανάρθει. Τι ήταν εδώ;» ρωτούσαν διάφοροι. Στις 9 και 10 ακριβώς τα φώτα έσβησαν και σε μια μεγάλη οθόνη στο βάθος της σκηνής άρχισε να προβάλλεται η ταυτότητα του έργου, όπως σε κινηματογραφική ταινία. Η πρώτη σύζευξη του θεάτρου με τον κινηματογράφο λειτούργησε ευεργετικά. Ισως επειδή το σκοτάδι της αίθουσας συμβάδιζε με τη μοναχικότητα του αναγνώστη, αλλά και τη σκοτεινιά της πρωταγωνίστριας Μαρίνας. Ο Χρήστος Δήμας που ανέλαβε το κινηματογραφικό κομμάτι της παράστασης μετέφερε την ατμόσφαιρα του βιβλίου και αρκετές φορές ήταν ευφυής συμπληρωματική εικόνα της παράστασης.

Μια ατμόσφαιρα που χάθηκε πολύ γρήγορα όμως, σχεδόν από το ξεκίνημα της θεατροποιημένης μεταφοράς.

Το πρώτο που σίγουρα «κλώτσαγε» σε σχέση με την ατμόσφαιρα του βιβλίου ήταν το σκηνικό της πολύ έμπειρης Ελένης Μανωλοπούλου, που, προσπαθώντας να γίνει λειτουργικό και να είναι ταυτοχρόνως το πλοίο «Χίμαιρα» και το σπίτι της Σύρου, έχασε απολύτως την ατμόσφαιρα του Καραγάτση, επιλέγοντας την υπερβολική αφαιρετικότητα και την τεχνολογία.

Ο Δημήτρης Τάρλοου επέλεξε, έξυπνα, να εμφανίσει στη σκηνή μόνο τα βασικά πρόσωπα του βιβλίου και τα περιφερειακά να εμφανίζονται στη μεγάλη οθόνη. Και επέλεξε επίσης να καθίσει στην πρώτη σειρά του Χώρου Η από την αρχή της παράστασης και σε μία δεδομένη στιγμή να εμφανιστεί ως Δημήτρης Ροδόπουλος στη δεξίωση που συνέβαινε στη Σύρο του βιβλίου (έχοντας εμφανώς υιοθετήσει ακόμη και τη στάση του σώματος του παππού του). Ηταν από τις πιο χαριτωμένες στιγμές της παράστασης. Σε αντίθεση μ’ εκείνην, προς το τέλος της παράστασης, που «συνομιλούν» οι δύο αγαπημένοι νεκροί, η Αννούλα και ο Μηνάς. Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, που επωμίστηκε τη μεγάλη ευθύνη του ρόλου της Μαρίνας, ανταποκρίθηκε με αυταπάρνηση. Γι’ αυτό και ήταν πολύ συγκινημένη στην υπόκλιση. Η έμπειρη Σοφία Σεϊρλή απέδωσε θαυμάσια την προσωπικότητα της Ρεΐζενας.

Ο Δημήτρης Τάρλοου, ένας ταλαντούχος σκηνοθέτης, με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του, είχε δουλέψει και είχε σκεφτεί πολύ καλά την παράσταση. Γι’ αυτό κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά στο τέλος της παράστασης τι απ’ όλα ήταν αυτό που τον άφησε αμήχανο και σχεδόν άδειο. Για το μόνο που οι περισσότεροι ήταν σίγουροι ήταν ότι στην παράσταση δεν βρήκαν τη συγκίνηση που είχαν βρει στις σελίδες του βιβλίου. Εξανεμίστηκε.

Την ξαναβρήκαμε για λίγο στην προβολή στην οθόνη της τελευταίας παραγράφου του βιβλίου…