ΘΕΑΤΡΟ

«Πέρσες» από το ΚΘΒΕ, αξιοπρεπής παράσταση σε κλασική συνταγή

perses-apo-to-kthve-axioprepis-parastasi-se-klasiki-syntagi-2039876

Ηταν η τελευταία παραγωγή για τα φετινά Επιδαύρια οι «Πέρσες» του Αισχύλου που παρουσιάσε στο αργολικό αρχαίο θέατρο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο πιο δύσκολο (σε ό,τι αφορά την προσέλευση του κοινού) διήμερο του καλοκαιριού. Παρ' όλα αυτά περίπου 6 χιλιάδες κατέβηκαν στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου το περασμένο Σάββατο και αρκετά λιγότεροι είδαν την παράσταση της Παρασκευής.

Από τις πιο εμβληματικές και τις περισσότερο παιγμένες τραγωδίες οι «Πέρσες». Αυτή τη φορά τη σκηνοθεσία υπέγραφε η Νικαίτη Κοντούρη. Το σκηνικό (Γιώργος Πάτσας) που περίμενε τους θεατές στην ορχήστρα ήταν ένα μεγάλο επικλινές παραλληλόγραμμο με δυο μεγάλα κομμάτια ύφασμα ριγμένα πάνω του, ένα άσπρο κι ένα κόκκινο. Η είσοδος του χορού των γερόντων, αυτών που απέμειναν στα Σούσα μετά την τεράστια επιστράτευση των ανδρών της χώρας από τον Ξέρξη ήταν εντυπωσιακή.

Στα χέρια τους κρατούσαν τα (φωτισμένα) άδεια πουκάμισα αυτών που ήταν ήδη μακριά, αλλά έφεγγαν στη μνήμη τους. Εξίσου σημαντική παράμετρος για όλη την παράσταση ήταν η μουσική της Σοφίας Καμαγιάννη.

Και αμέσως στο βάθος του σκηνικού, στο υπερυψωμένο σημείο της επικλινούς εξέδρας οι τρεις «Νύφες του πένθους» αρχίζουν να ντύνουν μια φιγούρα που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν εκεί, έχοντας στραμμένη την πλάτη της στο κοινό. Ηταν η Ατοσσα (Ακης Σακελλαρίου) που εντυπωσίασε το κοινό κυρίως με το στήσιμο του σώματός του και τις κινήσεις των χεριών του και λιγότερο με τη φωνή του (κοστούμια Γιάννης Μετζικώφ).

Και από εκείνο το σημείο αρχίζε να εξελίσσεται η τραγωδία του  Αισχύλου και να αναζητούνται οι ευθύνες της καταστροφής του στρατού των Περσών που αρχίζει να γίνεται σιγά σιγά γνωστή. Την πιστοποιεί ο Αγγελιοφόρος (Λάζαρος Γεωργακόπουλος), από τους πιο αβανταδόρικους ρόλους στην αρχαία τραγωδία, και βεβαίως, και πάλι χειροκροτήθηκε το «Ιτε παίδες  Ελλήνων…». Το φάντασμα του Δαρείου (Γιάννης Φέρτης) εμφανίστηκε με τρόπο που έμοιαζε να ερχόταν από μια παλαιότερη παράσταση (μια πλατφόρμα που σιγά σιγά ανέβαινε εν μέσω καπνού)! Κι όταν όλα πια έχουν γίνει γνωστά και η Ατοσσα έχει βγάλει το κόκκινο της βασιλικής ισχύος ένδυμα και έχει ενδυθεί με μαύρα πέπλα, εμφανίζεται ο Ξέρξης, που σώθηκε μεν, ρακένδυτος, γυμνός και απελπισμένος δε.

Γυμνός εντελώς ήταν ο Γιώργος Κολοβός που αναδύθηκε από μια δεξαμενή νερού κρυμμένη κάτω από το επικλινές επίπεδο του σκηνικού. Ο Δαρείος ήδη έχει συμβουλεύσει την Ατοσσα να τον στηρίξει και τον περιβάλει με αγάπη και κατανόηση. Και ίσως η σκηνή λίγο πριν το τέλος που η Ατοσσα βγάζει τον κόκκινο μανδύα της και σκεπάζει, αγκαλιάζοντας ταυτόχρονα με στοργή και αποδοχή, το γυμνό παιδί της ήταν η ωραιότερη της παράστασης και εκείνο που έβγαλε το μεγαλύτερο συναίσθημα.

Συνολικά η παράσταση του ΚΘΒΕ και της Νικαίτης Κοντούρη χαρακτηρίζεται από φινέτσα και λεπτή αισθητική σε αρκετές στιγμές της, αλλά χωρίς να υπάρχει τελικά κάτι απογειωτικό. Ηταν, μια αξιοπρεπής παράσταση, που πάτησε πάνω σε κλασικές συνταγές.Της ΟΛΓΑΣ ΣΕΛΛΑ

Ηταν η τελευταία παραγωγή για τα φετινά Επιδαύρια οι «Πέρσες» του Αισχύλου που παρουσίασε στο αργολικό αρχαίο θέατρο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο πιο δύσκολο (σε ό,τι αφορά την προσέλευση του κοινού) διήμερο του καλοκαιριού. Παρ’ όλα αυτά περίπου 6.000 θεατές κατέβηκαν στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου το περασμένο Σάββατο και αρκετά λιγότεροι είδαν την παράσταση της Παρασκευής.

Από τις πιο εμβληματικές και τις περισσότερο παιγμένες τραγωδίες οι «Πέρσες». Αυτή τη φορά τη σκηνοθεσία υπέγραφε η Νικαίτη Κοντούρη. Το σκηνικό (Γιώργος Πάτσας) που περίμενε τους θεατές στην ορχήστρα ήταν ένα μεγάλο επικλινές παραλληλόγραμμο με δύο μεγάλα κομμάτια ύφασμα ριγμένα πάνω του, ένα άσπρο κι ένα κόκκινο. Η είσοδος του χορού των γερόντων, αυτών που απέμειναν στα Σούσα μετά την τεράστια επιστράτευση των ανδρών της χώρας από τον Ξέρξη, ήταν εντυπωσιακή. Στα χέρια τους κρατούσαν τα (φωτισμένα) άδεια πουκάμισα αυτών που ήταν ήδη μακριά, αλλά έφεγγαν στη μνήμη τους. Εξίσου σημαντική παράμετρος για όλη την παράσταση ήταν η μουσική της Σοφίας Καμαγιάννη. Και αμέσως στο βάθος του σκηνικού, στο υπερυψωμένο σημείο της επικλινούς εξέδρας, οι τρεις «Νύφες του πένθους» αρχίζουν να ντύνουν μια φιγούρα που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν εκεί, έχοντας στραμμένη την πλάτη της στο κοινό. Ηταν η Ατοσσα (Ακης Σακελλαρίου) που εντυπωσίασε το κοινό κυρίως με το στήσιμο του σώματος και τις κινήσεις των χεριών και λιγότερο με τη φωνή (κοστούμια Γιάννης Μετζικώφ).

Και από εκείνο το σημείο αρχίζει να εξελίσσεται η τραγωδία του Αισχύλου και να αναζητούνται οι ευθύνες της καταστροφής του στρατού των Περσών που αρχίζει να γίνεται σιγά σιγά γνωστή. Την πιστοποιεί ο Αγγελιαφόρος (Λάζαρος Γεωργακόπουλος), από τους πιο αβανταδόρικους ρόλους στην αρχαία τραγωδία, και βεβαίως, και πάλι χειροκροτήθηκε το «Ιτε παίδες Ελλήνων…». Το φάντασμα του Δαρείου (Γιάννης Φέρτης) εμφανίστηκε με τρόπο που έμοιαζε να ερχόταν από μια παλαιότερη παράσταση (μια πλατφόρμα που σιγά σιγά ανέβαινε εν μέσω καπνού)! Κι όταν όλα πια έχουν γίνει γνωστά και η Ατοσσα έχει βγάλει το κόκκινο της βασιλικής ισχύος ένδυμα και έχει ενδυθεί με μαύρα πέπλα, εμφανίζεται ο Ξέρξης, που σώθηκε μεν, ρακένδυτος, γυμνός και απελπισμένος δε. Γυμνός εντελώς ήταν ο Γιώργος Κολοβός που αναδύθηκε από μια δεξαμενή νερού κρυμμένη κάτω από το επικλινές επίπεδο του σκηνικού. Ο Δαρείος ήδη έχει συμβουλεύσει την Ατοσσα να τον στηρίξει και να στον περιβάλει με αγάπη και κατανόηση. Και ίσως η σκηνή λίγο πριν από το τέλος, που η Ατοσσα βγάζει τον κόκκινο μανδύα της και σκεπάζει, αγκαλιάζοντας ταυτόχρονα με στοργή και αποδοχή, το γυμνό παιδί της, ήταν η ωραιότερη της παράστασης και εκείνο που έβγαλε το μεγαλύτερο συναίσθημα.

Συνολικά η παράσταση του ΚΘΒΕ και της Νικαίτης Κοντούρη χαρακτηρίζεται από φινέτσα και λεπτή αισθητική σε αρκετές στιγμές της, αλλά χωρίς να υπάρχει τελικά κάτι απογειωτικό. Ηταν μια αξιοπρεπής παράσταση, που πάτησε πάνω σε κλασικές συνταγές.