ΘΕΑΤΡΟ

Οριστική η ρήξη;

theatro

Μερικές φορές οι συνάδελφοι των άλλων ρεπορτάζ θεωρούν ότι εμείς του πολιτιστικού είμαστε προφυλαγμένοι από τα άγχη, τις ανατροπές και τις ραγδαίες εξελίξεις. Η χθεσινή ήταν μία ακόμα μέρα που αυτά διαψεύστηκαν. Πρώτα ήταν η συνέντευξη Τύπου του Μεγάρου Μουσικής, όπου ομολογήθηκε δημοσίως ότι ένας οργανισμός με ιστορία και προσφορά στον πολιτιστικό χάρτη του τόπου και της πόλης κινδυνεύει λόγω των… αλλεπάλληλων εκλογών, που δεν επιτρέπουν σ’ ένα σχέδιο νόμου να βρει σειρά για να ψηφιστεί.

Λίγο αργότερα ήρθε στα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία μας η μακροσκελέστατη απάντηση του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου, με την οποία απαντά στην προχθεσινή συνέντευξη Τύπου του καλλιτεχνικού διευθυντή Στάθη Λιβαθινού. Μια απάντηση που δείχνει την οδό της ρήξης, αφού πολλά σημεία της συνέντευξης Τύπου του Στ. Λιβαθινού τα θεωρεί ανακριβή. «Είναι ανακριβές και ψευδές ότι το Δ.Σ. έχει αρνηθεί χορηγίες προς το Εθνικό Θέατρο (…) δεν έχει απορρίψει ουδεμία χορηγία, διότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια γραπτή πρόταση που να έχει κατατεθεί επίσημα»· «είναι ανακριβές ότι το Δ.Σ. υπονομεύει το Τμήμα Σκηνοθεσίας στη Σχολή του Εθνικού»· «είναι ανακριβές και ψευδές ότι απέρριψε το Δ.Σ. τα σχέδια μεταφοράς της Δραματικής Σχολής στο “Σχολείον” της Ειρήνης Παπά. Οπως είναι αναληθές ότι έχει γίνει στο Εθνικό Θέατρο πρόταση χορηγίας “που κινδυνεύει να χαθεί”, ύψους 280 χιλ. ευρώ». Και καταλήγει η ανακοίνωση: «Οποιος θέλει να αγωνιστεί απαλλαγμένος από τις παιδικές ασθένειες της εξουσίας, θα πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία στο δημόσιο καλό και κυρίως στο ελληνικό θέατρο. Η αλαζονεία, τα ψεύδη και η παραπληροφόρηση δεν βοηθάνε σ’ αυτή την κατεύθυνση».

Λίγη ώρα μετά, έφτασε και μια νέα ανακοίνωση, του τέως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού, Σωτ. Χατζάκη, που εκτός του ότι απαντά στο θέμα των ελλειμμάτων σε προηγούμενες χρήσεις, που εθίγησαν στη συνέντευξη Τύπου, αναρωτιέται, με μάλλον διόλου κομψό τρόπο, για τη σχέση εργασίας δύο συνεργατών του κ. Λιβαθινού.

Ποιον αφορούν όλα αυτά; Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Είναι μήπως ένα δείγμα της συνολικής παθογένειας της ελληνικής κοινωνίας που αγγίζει πολλές τάξεις της; Είναι μήπως απλώς η απόδειξη της ασυνεννοησίας που έχει καταλάβει τον πληθυσμό αυτού του τόπου, της μη διάθεσης συνεννόησης σε όσους έχουν αναλάβει να διαχειριστούν καταστάσεις και οργανισμούς, με μοναδικό θύμα την ομαλή λειτουργία πολλών σ’ αυτή τη χώρα – και των φορέων πολιτισμού;

Οι πολίτες που θέλουν να ξεχαστούν ή να αφεθούν στη γαλήνη της τέχνης, βρίσκονται ξαφνικά αιχμάλωτοι ανάμεσα σε ακατανόητες διενέξεις…