ΘΕΑΤΡΟ

Μονολογώντας την κρίση μας

kritiki1

Ιώβ (κείμενο από την Παλαιά Διαθήκη και άλλες πηγές)
σκηνοθ.: Τσέζαρις Γκραουζίνις
θέατρο: Ιλίσια Βολανάκης

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Σιχτίρ ευρώ, μπουντρούμ δραχμή, θα πεις κι ένα τραγούδι.
σκηνοθ.: Βασίλης Παπαβασιλείου
θέατρο: Τέχνης (Φρυνίχου)

Με αδιαμφισβήτητο κωμικό ταλέντο, ο αεικίνητος Θανάσης Τσαλταμπάσης έχει αποδείξει θεατρικά και τηλεοπτικά τη γελωτοποιό του δεινότητα. Στρεφόμενος αναπάντεχα σ’ έναν δραματικό πολυ-ρόλο, ρισκάροντας την παγιωμένη ταύτισή του με το κωμικό, θέλησε να εγκαινιάσει ένα τολμηρό άνοιγμα γκάμας αλλά και την ιδιότητά του ως καλλιτεχνικού διευθυντή θεάτρου με πρόσφατη ιστορία, σε καινούργια χέρια (Παναγιώτα – Κώστας Ξενόπουλος). Μαζί με τον καταξιωμένο Γκραουζίνις, που ανέλαβε να τον σκηνοθετήσει, έκαναν τη δραματουργική επεξεργασία ενός δύσκολου, πολυφωνικού μονολόγου εκπορευόμενου από την Παλαιά Διαθήκη, αλλά και από λογοτεχνικές πηγές που δεν αναφέρονται στο πρόγραμμα. Εκτός από τις αφηγητικές συνδέσεις και τον ίδιο τον «ρόλο» του Ιώβ, ο μονόλογος περιέχει διαλόγους Σατανά – Θεού, αποσπάσματα από τους τρεις κύκλους συζητήσεων του Ιώβ με τους φίλους του Ελιφάζ, Βαλδάδ και Σωφάρ, την παρέμβαση ενός τέταρτου, του Ελιους, και τέλος την παρέμβαση-διάλογο του Θεού με τον Ιώβ. Ενας μονόλογος δηλαδή για επτά τουλάχιστον φωνές και διακριτές μεταμορφώσεις.

Ως αφηγητής και ως Ιώβ, ο Τσαλταμπάσης είχε αμεσότητα, μεστότητα φωνής, εντάσεις, μεταπτώσεις, δραματικούς τόνους αυθεντικής οδύνης, οργής όπως και μέτρο. Ως Σατανάς –που πείθει έναν ολόκληρο Θεό να δοκιμάσει με τόση φρίκη και σκληρότητα τον ευσεβή, καρτερικό, μεγαλόψυχο πιστό του– βρήκα εύκολη επιλογή την καρτουνίστικη, παρά π.χ. μια δαιμονική εκδοχή. Αδιερεύνητη βρήκα και τη φωνητική μεταμόρφωση για τους φίλους του Ιώβ. Ο ικανός ηθοποιός κινήθηκε σε γνωστές του μανιέρες ανάμεσα σε μια ελαφρώς γκέι- κοροϊδευτική εκφορά και σε μια γεροντική φωνή που πνίγεται μαζί με τις λέξεις σ’ ένα βηχαλάκι στο τέλος της φράσης. Θεωρώ πως χρωστάει στον εαυτό του πολύ πιο γόνιμες αναζητήσεις φωνής, κίνησης, έκφρασης με διαφορετικές τεχνικές, που θα τον βοηθήσουν να μην ποτίζει κυριολεκτικά τα σανίδια με τον ιδρώτα της συγκινητικής του προσπάθειας.

Του αξίζουν οπωσδήποτε εύσημα για την τολμηρή και μάλλον μοναχική του (δεν διέκρινα σπουδαία συνδρομή του σκηνοθέτη) αναμέτρηση με ένα τόσο διαφορετικό ύφος και είδος, που όμως κέρδισε αμέσως το κοινό του.

Ρεσιτάλ

Ο Φωκίων, τρόφιμος της χρονιάς στο Ασυλο «ΑΑΨΟΥ» για «Ανιάτως ψεκασθέντες…», κάνει την είσοδό του στη πλατεία για να δώσει διάλεξη ενώπιον του προσωπικού του ασύλου φορώντας άσπρη ποδιά με κόκκινα ρέλια κι αιμάτινα λερώματα. Χασάπης; Εκδορέας; Ατσαλος χειρουργός; Αιμοσταγής νοσοκόμος; Δολοφόνος ή αυτοτραυματισμένος τρόφιμος που καθάριζε πατάτες; Απευθύνεται κατευθείαν στο κοινό, ακόμη και προσωπικά –αν τύχει σε γνωστό του– και ξεκινά ένα δίχως ειρμό υπέροχο, παραληρηματικό σλάλομ ανάμεσα σε αναγνωρίσιμες σημαδούρες της ελληνικής ψυχοπαθολογίας, των «θεραπόντων» πολιτικών της, της Ελλάδας τους και της Ελλάδας, μέσα από ιστορικά και προσωπικά βιώματα. Με σπίρτο, αυτοσαρκασμό και χιούμορ, κρυφή ή φανερή φιλοσοφική και μεταφυσική διάθεση, νοστιμάδες της παρέας άξιες αναμετάδοσης, σπινθηροβόλα αξιώματα, μελαγχολικά, σοφιστικέ συμπεράσματα, κάθε τόσο επαναλαμβάνει: «Α να, αυτό θα είναι το θέμα της διάλεξής μου, αν δεν χάσω τον ειρμό…».

Στην κάθε φράση, στο κάθε γύρισμα του λόγου και του… παραλόγου, στην κάθε ένταση, στην κάθε αποφόρτιση, στην κάθε μικρή ή μεγάλη ιδέα αυτού του σόου δίχως αρχή, μέση, τέλος, παρόν και δεσπόζον παραμένει το απαράμιλλο ύφος του ηθοποιού Βασίλη Παπαβασιλείου, ο κοφτός τρόπος της εκφοράς του, η ομιλία των ματιών και των βλεμμάτων του, οι μεγάλες κινήσεις των χεριών του με τα δάχτυλα πιανίστα, η μονόπατη περπατησιά λες και στην πλάτη κουβαλά το βάρος όλων των ρόλων που δεν έπαιξε και τους χρωστάει στο σανίδι. Γιατί, πριν και πάνω απ’ όλα ο (διανοούμενος, σκηνοθέτης, δάσκαλος, καλλιτεχνικός διευθυντής ή και συγγραφέας) Παπαβασιλείου είναι ένας καθαρόαιμος θεατρίνος κι ένας στοχαστής ηθοποιός σε σάρκα μία. Από τους ελάχιστους, που σ’ αφήνει να κρυφοκοιτάξεις στο διάκενο ανάμεσα στη συνείδηση του ρόλου και στον ρόλο του, εκεί όπου μαγειρεύεται η –κατά Μπρεχτ– κριτική στάση του ηθοποιού πάνω στο ρόλο, αλλά και –κόντρα στον Μπρεχτ– εκεί όπου γεννιέται η κάθε λογής θεατρική μαγεία.