ΘΕΑΤΡΟ

Ο φασισμός είναι και… υπόθεση οικογενειακή

fasismos1

Διάλεξαν και οι τρεις δύο πολύ μισητά πρόσωπα της ιστορίας του 20ού αιώνα για κεντρικά πρόσωπα στα θεατρικά έργα που έγραψαν. Οι δύο, ο Γιώργος Βέλτσος και ο Κωνσταντίνος Χατζής, συνέπεσαν. Ηρωίδα στα θεατρικά τους κείμενα, που παρουσιάζονται αυτή την περίοδο στην Αθήνα, είναι η Μάγκντα Γκαίμπελς, η «μάνα της Γερμανίας», που δηλητηρίασε και τα έξι παιδιά της μέσα στο μπούνκερ όταν οι Σύμμαχοι άρχισαν να βομβαρδίζουν το Βερολίνο.

Το έργο του Γιώργου Βέλτσου εγκαινίασε την περασμένη εβδομάδα το Νέο REX του Εθνικού Θεάτρου με τον τίτλο «Μάγκντα Γκαίμπελς». Στο «Από Μηχανής Θέατρο» συνεχίζεται το έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Κωνσταντίνος Χατζής με τίτλο «Julius» και πρωταγωνίστρια την Αγλαΐα Παππά. Ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης στράφηκε στον «Μένγκελε», τον τρομερό γιατρό του Ράιχ, που έμεινε στην Ιστορία για τα ανατριχιαστικά του πειράματα.

Σε μια εποχή που οι ολοκληρωτικές και μισαλλόδοξες αντιλήψεις του φασισμού και της ξενοφοβίας απλώνονται στην Ευρώπη και στον κόσμο, αυτοί οι τρεις άνθρωποι επιχειρούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, να ανιχνεύσουν τον πυρήνα της ναζιστικής σκέψης, φέρνοντας στη σκηνή δύο από τους πλέον αρνητικούς ήρωες της Ιστορίας. Γιατί διάλεξαν αυτά τα πρόσωπα; Τι αναζητούσαν μέσα από τον πυρήνα της σκέψης και την προσωπικότητα αυτών των τρομακτικών αντι-ηρώων;

Ο Κωνσταντίνος Χατζής είναι άμεσος και ειλικρινής: «Να σου πω την αλήθεια; Οταν έγραψα το έργο, έψαχνα να βρω ένα φινάλε, γιατί πιο πολύ μ’ ενδιέφερε ο ναζισμός. Τότε, πριν από τέσσερα χρόνια που το έγραψα, ζούσα ανάμεσα στην Αχαρνών και την 3ης Σεπτεμβρίου, με έντονα τα επεισόδια ξενοφοβίας. Μ’ ενδιέφερε να γράψω γι’ αυτό. Ξεκίνησα να γράφω για μια μάνα που μιλάει στον γιο της και το πώς μέσα στην οικογένεια διαπαιδαγωγούμαστε. Υπάρχει ένα οικογενειακό σύστημα που κι αυτό ακόμα είναι πολιτική. Ο τρόπος που μας μεγαλώνουν οι γονείς μας, ακόμα και το συναίσθημα είναι καθοδηγούμενο. Πριν να πάμε στο σχολείο. Και μετά έψαχνα να βρω ένα φινάλε. Το πρόσωπο ήταν εντελώς για να έχω ένα φινάλε. Δεν μ’ ενδιέφερε το ίδιο το πρόσωπο, αλλά αυτό που εκπροσωπεί: έναν φανατισμό και μια ιδεολογία. Μέσα από αυτό το πρόσωπο μπόρεσα να πω την ιστορία μου. Απλώς τυχαίνει να είναι το πιο γνωστό πρότυπο μάνας στη Γερμανία. Νομίζω ότι το κοινό εισπράττει αυτό που είχα στο μυαλό μου, στο πώς τελικά γίνεται κανείς φασίστας μέσα από την οικογένεια. Γιατί “αυτά κατ’ αρχάς τα έχουμε μέσα μας”, όπως έλεγε ο Χατζιδάκις». Και ομολογεί ότι έψαξε περισσότερο για τη Μάγκντα Γκαίμπελς, αφού ανέβηκε η παράστασή του.

Για τον Μένγκελε

Ο Θανάσης Τριαρίδης από την πλευρά του, το είχε ψάξει πολύ περισσότερο: «Σε ό,τι με αφορά ήταν καθαρό το πράγμα. Ο Μένγκελε είναι το πιο μεγάλο κακό που μπορούμε να συναντήσουμε στον ιστορικό χρόνο.

Δηλαδή για όσους δεν πιστεύουμε στον Θεό είναι ο διάβολος του Διαφωτισμού. Για να πάει εκεί, άφησε πίσω του ένα νεογέννητο παιδί, ενώ ήξερε ότι ο πόλεμος τελειώνει, είναι πολύ πλούσιος, τα αφήνει όλα και πάει εκεί να κάνει αυτό. Δεν έχεις καμιά άκρη να τον πιάσεις. Είναι η έννοια του ιστορικού κακού. Για μένα δεν είναι τυχαίο ότι η τέχνη τον φοβάται πολύ. Δεν έχει οπαδούς ο Μένγκελε, ενώ ο Χίτλερ έχει.

Ολα αυτά τα παιδιά που επέζησαν λένε ότι “ήταν ο πατέρας μας”, αυτός που τους σκότωνε, τους έκανε πειράματα. Τα “παιδιά του” ήθελε να τρέφονται. Πέρασαν γύρω στους 10 χιλ. ανθρώπους από τα χέρια του, 145 επέζησαν. Μίλησα με ανθρώπους που ήταν παρόντες στην επιλογή. Ζητούσε κάτι διαφορετικό στο DNA των ανθρώπων. Κάποιοι υποκρίνονταν ότι ήταν δίδυμα μήπως και πάνε εκεί και μήπως επιζήσουν. Η τέχνη μπορεί να μην ασχοληθεί με μια τέτοια περίπτωση; Αυτή είναι η συγγραφική ματαιοδοξία ή η αγωνία. Υπάρχει κάτι τόσο ακραίο, θα το αφήσουμε έξω; Το δεύτερο είναι ότι μπορείς να καθαρίσεις μ’ αυτόν και να πεις ήταν ο διάβολος. Επειδή δεν πιστεύω στο μεταφυσικό κακό πρέπει να τον δω ως έναν από μας. Ποιος μηχανισμός κάνει έναν άνθρωπο να κάνει αυτό; Εάν υπήρξε αυτός ο άνθρωπος, εάν γεννήθηκε μέσα σ’ έναν άνθρωπο, γιατί να μη γεννηθεί και σε μένα; Ποιος μηχανισμός θα με προστατεύσει να μη γεννηθεί μέσα μου η αντίστοιχη διαδικασία;

Ετοιμάζω τώρα μια συλλογή κειμένων που προέκυψαν μέσα από τη διαδικασία της παράστασης και ο τίτλος της θα είναι «Ο επόμενος Μένγκελε είμαστε εμείς». Το σχήμα στο μυαλό μου είναι ότι μας αρέσει να λέμε “ποτέ ξανά Ολοκαύτωμα” και βάζουμε στο σχήμα ότι δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να το κάνει σε μας. Ενώ στην πραγματικότητα, στο επόμενο Αουσβιτς θα είμαστε οι θύτες… Θύματα θα είναι οι χοντροί, οι μετανάστες, κάτι που θα προσδιορίσουμε ως πολύ κακό και μιαρό για την κοινωνία μας και θα τους φορτώσουμε στα τρένα. Γι’ αυτό ασχολούμαι μ’ αυτό, το αναγνωρίζω ως εξαιρετικά οικείο και νιώθω απειλητικό το ενδεχόμενο να βρίσκομαι στον ρόλο του θύτη». Ο «Μένγκελε» ολοκλήρωσε τις παραστάσεις του στην Αθήνα, αλλά συνεχίζει τη διαδρομή του στην Πάτρα, τη Σάμο, την Κέρκυρα, τη Ρόδο, ενώ προγραμματίζονται και παραστάσεις στην Κύπρο.

Γκαίμπελς και… Μέρκελ

Ο Γιώργος Βέλτσος ξεκινάει στη σύντομη τηλεφωνική μας συζήτηση επιμένοντας στο ότι θεωρεί «πολιτική πράξη» την απόφαση του Εθνικού Θεάτρου να επιλέξει ένα τέτοιο έργο –το «Μάγκντα Γκαίμπελς»– ως εναρκτήριο μιας νέας σκηνής, που κατά σύμπτωση η εποχή που περιγράφεται στο έργο συμπίπτει με την περίοδο της αρχιτεκτονικής του REX. «Ολα μέσα στον χώρο παραπέμπουν σ’ εκείνη την περίοδο, του Μεσοπολέμου: η μαρκίζα, τα κάγκελα. Θα ήθελα πολύ να μάθω την ιστορία του θόλου (σ.σ. έργο του Γιάννη Τσαρούχη), γιατί ποιος ξέρει ο Γιάννης Τσαρούχης πόσα λεφτά έπιασε από κάποιον της νύχτας, για να κάνει αυτό το κακούργημα»… Και πιστεύει ότι η σκηνοθέτις του έργου του, η Αντζελα Μπρούσκου, έδωσε απολύτως την εποχή που είναι και η εποχή του κτιρίου. Υπάρχει σαν νύξη και στην παράσταση, αλλά ο Γιώργος Βέλτσος μας αποκαλύπτει ότι ο Γιόζεφ Γκαίμπελς ήρθε στην Ελλάδα την περίοδο του Μεταξά. «Τον υποδέχτηκε ο Κώστας Κοτζιάς, που ήταν υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης και κατόπιν δήμαρχος Αθηναίων και νονός μου και τον πήγε στην Κηφισιά, στο σπίτι ενός κυρίου Μέρκελ, που ήταν διευθυντής μιας γερμανικής εταιρείας στην Ελλάδα τότε»!

Ο Γιώργος Βέλτσος έχει υπογράψει οκτώ θεατρικά έργα και σε όλα, όπως μου λέει, τον απασχολεί η έννοια του ζεύγους. Στο ερώτημα γιατί διάλεξε ένα τόσο βεβαρημένο ιστορικό πρόσωπο ως κεντρικό για το έργο του, απαντά: «Ο ναζισμός, δηλαδή η μισαλλοδοξία και η ιδεοληψία, υπάρχει στη σχέση των δύο φύλων, μείον το έγκλημα. Αλλά σήμερα το έγκλημα συντελείται μέσα στο ζεύγος, στη διαπαιδαγώγηση, στη σχέση της εργαζόμενης ή της μη εργαζόμενης γυναίκας. Αυτά τα παιδιά (που δεν μπορούν να διαβάσουν, που απεχθάνονται το βιβλίο, που δεν τολμούν να κάνουν σχέσεις) που είναι στα πανεπιστήμια, είναι προϊόντα εγκλήματος τρόπον τινά. Και αυτό είναι το συνώνυμο του “Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια” σήμερα».